Συναντιέται από μέσα Απριλίου έως Νοέμβριο σε δάση. Είναι συνηθισμένο είδος. Το καπέλο έχει διάμετρο 5–15cm και στην αρχή είναι ημισφαιρικό, ενώ αργότερα γίνεται κυρτό και όταν ωριμάσει επίπεδο. Αρχικά είναι χνουδωτό και αργότερα λείο, και γυαλιστερό, καστανό με αποχρώσεις λαδιές, ενώ στο άγγιγμα μαυρίζει. Η σάρκα είναι σκληρή, βαθυκίτρινη που γίνεται κυανή αν την κόψουμε. Οι σωλήνες αρχικά είναι κίτρινοι και αργότερα λαδοκίτρινη ενώ αν κοπούν παίρνουν γαλάζιο χρώμα.
Οι πόροι είναι στενοί, στρογγυλοί, λαδοκίτρινοι αρχικά και πορτοκαλοκόκκινοι αργότερα. Το πόδι έχει ύψος 5–12cm και διάμετρο 2–5cm. Έχει μορφή ρόπαλου, κιτρινωπό με κόκκινες ή πορτοκαλοκόκκινες ίνες. Στη βάση έχει λαδοκάστανες αποχρώσεις. Αν πιεσθεί γίνεται γαλαζωπό. Αναγνωρίζεται από το λαδοκάστανο καπέλο, τους πορτοκαλοκόκκινους πόρους, το κίτρινο πόδι με τα κοκκινωπά στίγματα.
Είναι εδώδιμο όταν μαγειρεύεται, ενώ ωμό προκαλεί εμετό.
