< <

Όρη Ζάρκου

Βλέποντας τις χαμηλές πετρώδεις πλαγιές που περικλείουν από ΒΑ το Ζάρκο δεν δίνεις ιδιαίτερη σημασία και αδιάφορα προσπερνάς. Αν όμως ψάξεις το πώς και το γιατί, αν μελετήσεις το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, αν περπατήσεις μέχρι τα ερείπια των παλιών φυλακίων της ελληνοτουρκικής μεθορίου και από εκεί στην κορυφή για να αγναντέψεις τα χωριά του θεσσαλικού κάμπου, σίγουρα δεν θα μετανιώσεις.

Το Ζάρκο βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του δήμου Φαρκαδόνας. Η λέξη «ζάρκο» είναι σλαβικής προέλευσης και σημαίνει «ζεστό μέρος». Μέχρι το 1881 ήταν ένα χωριό πλούσιο και ανεπτυγμένο με πληθυσμό 3.500 κατοίκους. Πολύ εξελιγμένη ήταν η υφαντική τέχνη αφού κατείχε τη δεύτερη θέση μετά τα Αμπελάκια της Λάρισας. Ακόμα περίφημα ήταν τα βαμβακερά του υφάσματα γνωστά και ως «Ζαρκινά πανιά». Το 1881 αρχίζει η παρακμή του.

Η ιστορία του όμως πάει ακόμα παραπίσω όπως φανέρωσαν οι ανασκαφές που εντόπισαν την αρχαία πόλη Φαϋττος. Το 1957 βρέθηκε θησαυρός που χρονολογείται το 264 π.Χ. και φιλοξενείται στο αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου. Στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου εντοπίσθηκαν ίχνη οικισμού της νεολιθικής εποχής και της εποχής του χαλκού. Από τον 9ο αιώνα μέχρι το 1884 ήταν η έδρα της πολύ γνωστής επισκοπής Γαρδικίου. Το 1972 σε ανασκαφική έρευνα βρέθηκαν τα ερείπια τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής με ψηφιδωτό δάπεδο δυστυχώς κατεστραμμένο.

Είναι μεγάλο χωριό μέχρι και σήμερα παρά την κοντινή του απόσταση από τη Λάρισα, ζωντανό, με αρκετό νέο κόσμο. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Στα Β.Δ του χωριού βρίσκεται η Ι.Μ. Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου. Τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί μια μικρή μοναστική κοινότητα και δημιουργήθηκε ένα αξιοθαύμαστο μοναστηριακό συγκρότημα, χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο υψηλός περίβολος φρουριακού τύπου. Η μονή έχει συνδεθεί με τους αγώνες των κατοίκων κατά την διάρκεια της επανάστασης κατά των Τούρκων. Επιβεβαίωση της στρατηγικής θέσης της περιοχής αποτελεί το κτίσμα στα βόρεια της μονής, ένα είδος τελωνείου αφού μέχρι το 1912 έως εκεί έφταναν τα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Με αφετηρία το μοναστήρι επιχειρήσαμε την ανάβαση στην κορυφή Κούτρα (υψ. 734 μ.) έχοντας να καλύψουμε μια υψομετρική διαφορά 600 περίπου μέτρων. Όχι ιδιαίτερα εύκολη διαδρομή όπως γνωρίζαμε ήδη από την προ εξαετίας ανάβαση, εξαιτίας του βραχώδους υποβάθρου και της μεγάλης κλίσης πριν από την κορυφή. Ο καιρός συννεφιασμένος αλλά όχι αποτρεπτικός για τη μεγάλη συντροφιά μας που σε μιάμιση περίπου ώρα βρισκόταν στην κορυφή. Εδώ, είχαμε την ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε μια από τις πιο ντροπιαστικές στιγμές της νεώτερης ιστορίας μας που διαδραματίστηκε στην κορυφή της Κούτρας, απόρροια του πολιτικού διχασμού μεταξύ Χ. Τρικούπη και Δηλιγιάννη.  Τον Απρίλη του 1886 τμήματα του Ελληνικού στρατού με την προτροπή των κατώτερων και πιο ευερέθιστων εθνικιστών αξιωματικών κατήγγειλαν τον Τρικούπη σαν «άνθρωπο των Άγγλων» και εισέβαλλαν στο τουρκικό έδαφος για να δημιουργήσουν τετελεσμένο γεγονός προτού αναλάβει την εξουσία η νέα κυβέρνηση. Οι μάχες κράτησαν πέντε ημέρες και πριν γίνει ανακωχή στις 12/5/1886, οι Τούρκοι πέτυχαν να αιχμαλωτίσουν 280 άνδρες από το 5ο Ευζωνικό τάγμα στην Κούτρα τους οποίους στη συνέχεια περιέφεραν ατιμωτικά στη Μακεδονία με σκοπό τον εκφοβισμό των Ελλήνων κατοίκων της. Στις 24 Μαΐου τελείωσε επίσημα ο «ειρηνοπόλεμος» του Δηλιγιάννη αφήνοντας τη χώρα μας χωρίς συμμάχους στα Βαλκάνια και χωρίς αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη και συμμάχους στα Βαλκάνια.

Ευκαιρία να θυμηθούμε τους στίχους του Σουρή στο «Ρωμιό» του όπου παραφράζει το Σολωμό:

Εις της Κούτρας την πέτρινη ράχη
η Ελλάς περπατώντας μονάχη
μνημονεύει της δόξης τα χρόνια
και στεφάνια τριγύρω σκορπά
και στης Κούτρας εκεί τα κοτρώνια
τη σπασμένη της κούτρα χτυπά.

Σας θυμίζει κάτι από το σήμερα;

Have your say