< <

Όλυμπος 70η Π.Ο.Σ.

Μετά από 10 χρόνια. Ξανά με ένα σακίδιο βαρύ στις πλάτες ανηφορίζουμε για το οροπέδιο των Μουσών. Η 70η Πανελλήνια Ορειβατική Συνάντηση (Π.Ο.Σ.) απέχει 10 χρόνια ακριβώς από την τελευταία φορά που έγινε στον Όλυμπο. Μέσα σε αυτή τη δεκαετία πολλά, πάρα πολλά πράγματα άλλαξαν. Μόνο το μυθικό βουνό μένει ίδιο, για να μας θυμίζει το θνητό της ύπαρξής μας. Από την παλιά παρέα απομείναμε μόνο δύο.  Όλοι οι υπόλοιποι είναι νέα μέλη και φίλοι του συλλόγου. Φθορά του χρόνου ή φυσική ανανέωση; Ας κρατήσουμε την αισιόδοξη άποψη.

Γκορτσιά – Στράγγος – Πετρόστρουγκα. Η μια ανηφόρα διαδέχεται την άλλη. Από τα 1150 μέτρα στα 2100. Μέσα στο πυκνό ελατόδασος η ανθρώπινη αλυσίδα ιδρωποκά ανεβαίνοντας το διάσημο, το πιο περπατημένο μονοπάτι της χώρας μας. Σύμμαχος η αραιή συννεφιά που περιορίζει τη ζέστη της μέρας. Δεξιά μας οι ακτές της Πιερίας και στο βάθος ο Θερμαϊκός βουλιάζει στην αχλή. Μουλάρια ανεβοκατεβαίνουν κουβαλώντας προμήθειες στα ορειβατικά καταφύγια. Είνα ι ο μόνος τρόπος εφοδιασμού εδώ που δεν υπάρχουν δρόμοι, στην καρδιά του Ολύμπου. Παραμερίζουμε στο άκουσμα των κουδουνιών για να περάσουνε τα βαρυφορτωμένα ζώα.

Το νερό μας κοντεύει να εξαντληθεί. Μάταιο να ψάξουμε για πηγή. Η ασβεστολιθική σύσταση του βουνού λειτουργεί σαν σουρωτήρι που παροχετεύει τα νερά σε χαμηλότερα υψόμετρα. Και είμαστε ακόμη στο μέσο της διαδρομής. Το δάσος τελειώνει και ακολουθεί η πετρώδης πλαγιά που οδηγεί κάτω από την κορυφή της Σκούρτας. Εξαίσια η θέα προς το φαράγγι του Ενιπέα και το Αιγαίο. Στο βάθος, σε μπαμπακένια σύννεφα τυλίγεται το Στεφάνι, «ο θρόνος του Δία». Και μόνο γι αυτό το θέαμα, αξίζει να φτάσουμε μέχρι εδώ. Το ξέρουμε καλά, πως άλλο τέτοιο βουνό στον κόσμο δεν υπάρχει. Η λέξη «θεϊκό» δεν αποδίδει παρά ελάχιστο από το μεγαλείο του.

Κατεβαίνουμε το στενό διάσελο του Λαιμού για να σκαρφαλώσουμε έως το «πέρασμα του Γιόσου». Το συρματόσκοινο δείχνει την οδό δύσκολων χειμερινών αναβάσεων, οδηγεί στο τέλος της μακράς πορείας, στο λυτρωτικό Οροπέδιο των Μουσών.

Γύρω από το γαλήνιο, ειδυλλιακό υψίπεδο, οι ψηλότερες κορφές του τόπου τινάζονται ως τα ουράνια. Περπατάμε στο μαλακό χορτάρι. Κάτω από τα πόδια μας, πληθώρα αγριολούλουδων. Κατευθυνόμαστε προς το καταφύγιο «Χρήστος Κάκαλος» γύρω από το οποίο έχουν ήδη στηθεί δεκάδες σκηνές. Κόκκινες, κίτρινες, πράσινες, πλαταγίζουν στον αέρα. Ένας κόσμος πολύχρωμος περιφέρεται γύρω από το καταφύγιο, η μυρωδιά του κρέατος που ψήνεται μας θυμίζει ότι έχουμε από το πρωί να φάμε. Προέχει όμως να κορέσουμε τη δίψα μας.

Στήνουμε σκηνές φτιάχνοντας τη δική μας παροικία χαμηλά στη γούβα του οροπεδίου για να προφυλαχτούμε από τον δυνατό αέρα. Λίγες στιγμές ξεκούρασης και θα σκορπίσουμε στις γύρω κορυφές με σκοπό να προλάβουμε τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, έτσι καθώς χρυσώνουν να βράχια. Πάνω από το Στεφάνι προβάλλει το φεγγάρι στη γέμισή του. Καθώς το σκοτάδι πυκνώνει, επιστρατεύουμε χοντρά μπουφάν αλλά το κρύο και η κούραση θα μας κλείσουν από νωρίς στις σκηνές μας. Ο ύπνος παρά τις αντίθετες προβλέψεις είναι ζεστός και απολαυστικός. Αιτία τα σύννεφα που πέφτοντας χαμηλότερα μας έκλεισαν στην αγκαλιά τους.

Ξημερώνοντας η μέρα δεν μπορούμε να δούμε σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε μέτρων. Συνηθισμένο φαινόμενο για τον Όλυμπο όπου οι εναλλαγές του καιρού είναι αστραπιαίες. Με το πέρασμα της ώρας η συννεφιά υποχωρεί και ήλιος λαμπρός παίρνει τη θέση της.

Ώρα για την επιστροφή. Από άλλο μονοπάτι τώρα, έτσι ώστε να γνωρίσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι του Ολύμπου. Δύσκολο και λίγο επικίνδυνο στην αρχή, μια λεπτή κορδέλα που αιωρείται στην άκρη των γκρεμών. Από εδώ το θέαμα των αποσαρθρωμένων κορυφών ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας είναι συναρπαστικό. Αιχμηρές σαν βελόνες, φαγωμένες από τα χιόνια και τις βροχές, η στέγη της χώρας. Ένα μέλος της αποστολής μας βρίσκεται ήδη εκεί, βαδίζοντας προς την κορυφή του Μύτικα. Στην άκρη του γκρεμού ένα αγριοκάτσικο παρακολουθεί τα δρώμενα. Το σκαρφάλωμά του στα απόκρημνα βράχια είναι από τα πιο συναρπαστικά θεάματα που προσφέρει αυτό το βουνό.

Μετά από μιάμισης ώρας κατηφορική πορεία φτάνουμε στο καταφύγιο «Σπήλιος Αγαπητός». Στη φιλόξενη βεράντα του πλήθος ορειβατών απολαμβάνει τον καφέ του κουβεντιάζοντας. Ανάμεσά τους ο ξεχωριστός Κώστας Ζολώτας, ο τελευταίος από τους μεγάλους της ορειβασίας, που δεν παραλείπουμε να χαιρετίσουμε.

Σύντομη ξεκούραση και ξανά στην πορεία μας για την επιστροφή. Μέσα από τη χαράδρα που γεννά τον Ενιπέα, κατά μήκος του διεθνούς μονοπατιού Ε4. Μια πορεία που πολλές φορές έχουμε κάνει και πάντα κάτι νέο έχει να μας προσφέρει. Τώρα είναι τα υπολείμματα της χιονοστιβάδας που σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της, σπάζοντας σαν σπιρτόξυλα τα θεόρατα ρόμπολα. Είναι τα αγριολούλουδα στην ακμή τους με προεξάρχουσες τις ορχιδέες που κατακλύζουν τις πλαγιές δίνοντάς μας την ευκαιρία να αναγνωρίσουμε σπάνια είδη του γένους ophris. Και βέβαια είναι το «μονοπάτι της σιωπής», πάντα σκοτεινό και ανήλιαγο μέσα στις οξιές και ο μακρινός ρόχθος των υδάτων που γίνεται βουή όσο πλησιάζουμε στα Πριόνια, στο τέλος του οδοιπορικού μας.

Μετά από 10 χρόνια ξανά στην 80η Π.Ο.Σ.;


Θέλοντας να αλλάξουμε λίγο το ύφος της εβδομαδιαίας μας αρθρογραφίας σας παρουσιάζουμε τον Όλυμπο έτσι όπως αποτυπώθηκε στα μάτια και στην ψυχή του πιο μικρού μέλους της ορειβατικής μας συντροφιάς, ενός μαθητή της 4ης τάξης του Δημοτικού σχολείου κατά τη διάρκεια της 70ης Πανελλήνιας Ορειβατικής Συνάντησης.

O Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας είναι πολύ επιβλητικός το χειμώνα με τα χιόνια.  Η ψηλότερη του κορυφή είναι ο  Μύτικας στα 2.918 μ. Ανέβηκα και εγώ εκεί και θα ‘χω να το θυμάμαι. Ήταν Παρασκευή 16 Ιουλίου το βράδυ και όλοι στο σπίτι ετοιμαζόμασταν. Τι θα βάλουμε στην πορεία; Τι το βράδυ, γιατί θα κατασκηνώναμε κιόλας. Πόσο φαί θα παίρναμε;  Στο τέλος όλοι ετοιμαστήκαμε και ο μπαμπάς μου έβαλε το ξυπνητήρι και πέσαμε για ύπνο.

Πρωί Σαββάτου σηκωνόμαστε και αρχίζουμε να φορτώνουμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο. Φύγαμε ο δρόμος ήταν αρκετός. Βρήκαμε και πολλά διόδια. Όταν φτάσαμε στο χωριό απ’ όπου θα ξεκινούσαμε το Λιτόχωρο κάναμε μια στάση. Βγήκαμε από τα αυτοκίνητα και περιμέναμε τους άντρες να παρκάρουνε.
Επίσης ήμασταν τυχεροί που βρήκαμε μουλάρι να κουβαλάει τα βαριά πράγματα όπως τις σκηνές και τους υπνόσακους.

Αρχίσαμε να περπατάμε. Το μονοπάτι ήταν ανηφορικό και ιδρώσαμε. Μετά από καμιά ώρα κάναμε στάση. Οι μεγάλοι είχαν κουραστεί πολύ με τους σάκους που κουβαλούσαν. Μετά μπήκαμε σε πυκνό δάσος και είχε και λίγο κρύο. Προχωρήσαμε  και  βρήκαμε μια ανηφόρα , την ανεβήκαμε και μετά κάναμε στάση. Συνεχίσαμε  σε αυτό το δάσος. Αφού το διασχίσαμε συναντήσαμε μια  κορυφή ψηλή κι επικίνδυνη . Στη μέση της κορυφής σταματήσαμε, γιατί όσο ανεβαίναμε υψόμετρο δεν υπήρχε οξυγόνο και δεν παίρναμε καλές αναπνοές. Μόλις  την ανεβήκαμε κάναμε μια στάση για να έρθουν και οι άλλοι. Φάγαμε κιόλας λίγο. Συνεχίσαμε πάνω σε μια οροσειρά. Μετά το τέλος της ανεβήκαμε μια γκρεμούρα και φτάσαμε στο Οροπέδιο των Μουσών.  Από εκει φαίνονταν και το καταφύγιο στο οποίο θα κατασκηνώναμε και ο Μύτικας. Όταν φτάσαμε εκεί καθίσαμε κάπου, βάλαμε μπουφάν και σκούφους επειδή έκανε κρύο και ο μπαμπάς μου πήγε να πάρει ένα σουβλάκι από κει που έψηναν. Αφού ήρθαν σχεδόν όλοι και η μαμά μου μαζί που είχε μείνει λίγο πίσω, διαλέξαμε ένα μέρος για να στήσουμε τις σκηνές. Δύο όμως ήθελαν να στήσουν αλλού τις σκηνές. Τι να κάνουμε!  Αφού τις στήσαμε καθίσαμε και ξεκουραστήκαμε. Καμιά ωρίτσα αργότερα  ήρθαν όλοι και έστησαν και αυτοί τις σκηνές. Κατά τις οκτώ φάγαμε και πέσαμε για ύπνο.

Το άλλο πρωί έπρεπε να φύγουμε γι’ αυτό όταν ξυπνήσαμε ντυθήκαμε και μαζέψαμε τα πράγματα μέσα από την  σκηνή. Μετά οι μεγάλοι ήπιαν καφέ. Αφού τον τελείωσαν φύγαμε. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε. Περάσαμε μια τεράστια γκρεμούρα και μετά φτάσαμε σε ένα χείμαρρο γεμάτο χιόνι. Γι’  αυτό μερικοί πήγαν από αλλού. Μετά μπήκαμε στο δάσος. Μετά από πολλή ώρα φτάσαμε σε ένα καταφύγιο στα 2.100μ. Εκεί κάναμε την πρώτη στάση της επιστροφής . Συνεχίσαμε σε ένα πολύ κατηφορικό μονοπάτι. Μετά από ένα σαρανταπεντάλεπτο που βρήκαμε ίσκιο ξανακάναμε στάση. Προχωρήσαμε σε πυκνό δάσος και αρχίσαμε να συναντάμε και άλλους που τότε ανέβαιναν. Αυτό ήταν σημάδι ότι κοντεύαμε. Σε μια στάση που έκανα για νερό, ξέχασα και το μπατόν μου. Όσο κατηφορίζαμε τόσο και περισσότερους βρίσκαμε. Στο τέλος φτάσαμε σε μια γέφυρα. Το ποτάμι που περνούσε από κάτω του ήταν παγωμένο. Βάλαμε τα πόδια μας μέσα για να μην πονάνε.

Εκεί ήταν το ΤΕΛΟΣ!! Εγώ φώναξα «επιτέλους»! Αφού ήρθαν τα αυτοκίνητα  πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για Τρίκαλα. Ήταν τέλεια . Θα θυμάμαι αυτήν την εκδρομή για πάντα.

Τρίκαλα 21 Ιουλίου 2010
Αποστόλης Μπουρνάζος
μαθητής 4ης δημοτικού

 

Have your say