< <

Όλυμπος – Οι υψηλότερες κορυφές

Σάββατο μεσημέρι στα Πριόνια, τη μια από τις δυο εισόδους στον Εθνικό Δρυμό του Ολύμπου. Τον πρώτο Εθνικό Δρυμό της χώρας μας, που όπως και οι άλλοι, είναι εντελώς αφύλακτος. Εδώ μπορεί να μπει όποιος θέλει και να κάνει ότι του καπνίσει. Ευτυχώς που η έλλειψη δρόμων και το δύσβατο του βουνού αποθαρρύνουν τους εκδρομείς της Κυριακής που φτάνουν το πολύ μέχρι την ταβέρνα στο τέλος του χωματόδρομου. Εδώ δίνεται η μάχη του φαγητού και του πιοτού, μια μάχη που εύκολα κερδίζεται. Αντίθετα από τη μάχη της ανάβασης προς τις κορφές του βουνού που είναι σκληρή και αβέβαιη, γιατί ο Όλυμπος είναι δύσκολος και απρόβλεπτος. Η γειτνίασή του με το Αιγαίο, το τεράστιο ύψος του και η πυκνή βλάστηση δημιουργούν μικροκλίμα τέτοιο που προκαλεί έντονα τοπικά καιρικά φαινόμενα. Μπορεί να ξεκινήσει κάποιος με βερμούδα από το Λιτόχωρο και να πετύχει καταιγίδα ή και χιόνι Αυγουστιάτικα στα ψηλότερα σημεία του.

Εκκίνηση με συννεφιά, κάποιες πρώτες χοντρές σταγόνες που σμίγουν μες τα νερά του Ενιπέα. Ο θόρυβος του καταρράκτη στα αυτιά μας. Πυκνές οξιές, το «μονοπάτι της σιωπής», σκοτεινό και υγρό. Βήματα γρήγορα, μπας και προλάβουμε να φτάσουμε στα καταφύγιο πριν από τη βροχή. Κόσμος πολύς που ανεβοκατεβαίνει το μονοπάτι, γλώσσες διάφορες, όλες του κόσμου οι φυλές είναι εδώ, μαγεμένες από την αίγλη του βουνού. Είναι το πιο πολυσύχναστο από τα μονοπάτια μας, αλλά και το πιο καλά συντηρημένο. Όχι χάρη στις κρατικές υπηρεσίες βέβαια, αλλά χάρη στους ορειβατικούς συλλόγους και την ομοσπονδία τους. Και χάρη στους υπεύθυνους του καταφυγίου «Σπήλιος Αγαπητός» (ή καταφύγιο Α), γνωστότερο σαν καταφύγιο Ζολώτα που εδώ με μουλάρια ανεβοκατεβάζουν τις προμήθειες και τα υλικά που χρειάζονται για τη λειτουργία του από Μάιο έως και Οκτώβριο. Πάνω στην ώρα, να και μια ομάδα μουλαριών που πήρε τον κατήφορο. Ο ήχος των κουδουνιών τους μας προειδοποιεί να παραμερίσουμε για να περάσουν τα ζώα. Ακολουθεί ένα σύννεφο σκόνης.

Οι οξιές δίνουν τη θέση τους στο έλατο και στη συνέχεια στη μαύρη πεύκη. Ανηφορίζουμε κερδίζοντας συνεχώς ύψος. Όταν η κούραση γίνεται αισθητή, μικρά επίπεδα κομμάτια ανανεώνουν τις δυνάμεις μας. Να ήταν όλα τα μονοπάτια έτσι σοφά σχεδιασμένα!

Μετά από τα 1800 μ. αρχίζουνε τα ρόμπολα. Τεράστια πεύκα με χοντρέ ρίζες που σκάβουν το βραχώδες έδαφος αναζητώντας στήριγμα στις δύσκολες συνθήκες αυτών των υψομέτρων. Αιώνες τώρα αντιστέκονται στον άνεμο και τις χιονοστιβάδες που σαρώνουν την πλαγιά καθώς κατρακυλούν από τις κορυφές εκεί στα δεξιά μας. Από εκεί ακούγεται το μπουμπουνητό της επερχόμενης καταιγίδας. Λίγο πριν το καταφύγιο και ενώ βλέπουμε τον εξώστη του. Ούτε τα αδιάβροχα δεν προλάβαμε να φορέσουμε.

Μουσκεμένοι ως το κόκαλο περνάμε την πόρτα, εδώ, κόσμος πολύς συνωστίζεται γύρω από το αναμμένο τζάκι αφού στα 2100 μέτρα το κρύο είναι αισθητό ακόμα και το κατακαλόκαιρο.
Κοπάδια ανεβαίνουν τα σύννεφα από χαμηλά. Την μπόρα διαδέχεται άλλη μπόρα. Λάμπει για λίγο ο ήλιος και πάλι ξεσπά η καταιγίδα.

Ολοένα και περισσότεροι καταφθάνουν. Όλοι μουσκεμένοι από τη βροχή, τον ιδρώτα ή και τα δυο. Όλη τη νύχτα βρέχει. Προβλέπεται ένα λαμπρό ξημέρωμα. Πράγματι, το πρωί της Κυριακής είναι μια μέρα για ορειβασία. Ανέφελη και διαυγής, με ένα αμυδρό, ψυχρό αεράκι. Το αεράκι των αλπικών περιοχών που θροΐζει στους θάμνους και τα φρύγανα. Και στα τελευταία ρόμπολα, πριν βγούμε στο βασίλειο της πέτρας. Γύρω μας οι ψηλότερες κορφές του Ολύμπου: Άγιος Αντώνιος, Σκολιό, Μύτικας, Προφήτης Ηλίας. Στις χαράδρες χιόνια αιώνια. Οι πάγοι και ο άνεμος κάνουν τα βράχια θρύψαλα. Πάνω σ’ αυτά τα βράχια περπατάμε τώρα.

Χαμηλά στ’ αριστερά μας ένα αγριοκάτσικο στέκεται ακίνητο. Είναι ένα από τα τελευταία του εξαίσιου είδους του που απέμειναν στο βουνό. Νιώθουμε τυχεροί που το είδαμε. Χαμηλότερα, καρφωμένη στο βράχο μια μικρή ταμπέλα για την Olga Huskic από το Βελιγράδι που σκοτώθηκε εδώ στα 37 της χρόνια.

Φτάνουμε στη Σκάλα (2882 μ.) είναι ότι πιο εντυπωσιακό έχει να δείξει ο Όλυμπος. Απέναντί μας ο Μύτικας, αριστερά μας το Σκολιό και στη μέση τα «Καζάνια», ένα ιλιγγιώδες βάραθρο εκατοντάδων μέτρων. Συχνά- πυκνά, σύννεφα αναδύονται από τα βάθη του, δικαιολογώντας την ονομασία. Πολύ κάτω δεξιά μας, στα «Ζωνάρια», περνά μια ομάδα ορειβατών. Ένας μικρός στρατός, άρτια εξοπλισμένος, βαδίζει πειθαρχημένα στο στενό και απόκρημνο πέρασμα. Μπα, μάλλον προτιμώ τη δικιά μας χαλαρή παρέα. Και τους νεαρούς Γάλλους, που αν και δεν κατάφεραν να φτάσουν στην κορυφή, το κέφι τους περισσεύει (στα σακίδιά τους είχαν περισσότερο κρασί από ότι νερό).

Τώρα θα επιλέξουμε την κορυφή. Άλλοι θα πάνε Μύτικα (2918 μ.) και άλλοι στο Σκολιό (2912 μ.) η πρώτη εγκυμονεί κινδύνους, αλλά και ομορφιά απίστευτη. Δύσκολα περάσματα όπου αιωρείσαι στο κενό. Τότε γίνεσαι ένα με το βράχο παλεύοντας με τις αναστολές σου. Γιατί έχει πολλά να παλέψεις εδώ. Τη φοβερή φήμη του βουνού όπου τόσοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.

Την πιθανότητα πτώσης βράχων από τους προπορευόμενους. Την κούραση της πολύωρης ανάβασης που κάνει τα βήματα ασταθή. Ένα τυχαίο στραβοπάτημα, μια σαθρή πέτρα, μια λάθος εκτίμηση. Και όμως, είναι αυτή η προσπάθεια που κάνει τη διαδρομή μοναδική και όχι η κορυφή., και ας είσαι τώρα στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας. Και ας έχεις τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου.

Have your say