< <

Στο φαράγγι της Σαμαριάς

Κρήτη. Ιδανικός προορισμός όχι μόνο για διακοπές στην θάλασσα αλλά και για πεζοπορία και ορειβασία. Τα κρητικά βουνά σχηματίζουν μια αλυσίδα από τα δυτικά προς τα ανατολικά, διατρέχοντας όλο το μήκος του νησιού και κάνοντας δύσκολη την  πρόσβαση πολλές φορές από τον Βορά προς τον Νότο.

Στα δυτικά βρίσκονται τα Λευκά Όρη (2453 μ), στο κέντρο είναι το Όρος Ίδη ή Ψηλορείτης (2456 μ) κι ανατολικά το Όρος Δίκτη (2148 μ). Αμέτρητα τα ορεινά μονοπάτια, κάποια από αυτά με πολύ καλή σήμανση και πλήθος σπηλαίων και σπηλαιοβαράθρων.  Αξίξει να αναφέρουμε ότι κατά την μυθολογία στο σπήλαιο Δικταίον Άντρον γεννήθηκε ο Δίας και στη συνέχεια ανατράφηκε ως παιδί στο Ιδαίον Άντρον. Επίσης υπάρχει ένα μεγάλο πλήθος φαραγγιών όπως το φαράγγι της Πολυρίννιας, της Αγίας Ειρήνης, της Λισσού, της Αράδαινας, του Ίμβρου, της Πρέβελης, του Πατσού και πολλών άλλων, που καταλήγουν τα περισσότερα από αυτά στην θάλασσα, με κορυφαίο το φαράγγι της Σαμαριάς.

Έτσι και εμείς, κάνοντας τις καλοκαιρινές μας διακοπές στην Κρήτη, θα ήταν αδύνατο να ξεχάσουμε τη συνήθειά μας για πεζοπορία. Η επιλογή αυτή την φορά, δεν ήταν δύσκολη. Φαράγγι της Σαμαριάς, γιατί όπως λένε οι Σφακιανοί «Ένας είναι ο Φάραγγας. Τα άλλα είναι φαράγγια». Για το φαράγγι της Σαμαριάς λέει ο Πλίνιος, ότι “ουδαμού υπάρχει μεγαλοπρεπεστέρα φάραγξ εν τη αγριότητι“.

Πρόκειται για το μεγαλύτερο της Ευρώπης με 18 χλμ. μήκος και ο δρόμος που βαδίζουμε μέσα σ’ αυτό είναι 12,8 χλμ. και άλλα 3,2 χλμ περίπου για να συναντήσουμε το Λιβυκό Πέλαγος. Το πλάτος του κυμαίνεται από 150 έως 3 μέτρα, στο στενότερο σημείο του, τις «Πόρτες». Το 1962 ανακηρύχθηκε εθνικός δρυμός, για την προστασία της σπάνιας χλωρίδας και πανίδας που υπάρχει εκεί και  κάθε χρόνο το διασχίζουν περίπου 300.000 περίπου επισκέπτες. Η χλωρίδα και η πανίδα στον Εθνικό Δρυμό της Σαμαριάς είναι εξαιρετικά πλούσιες και υπάρχουν μοναδικά είδη φυτών και ζωών που προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις. Περίπου 450 είδη φυτών ευδοκιμούν από τα οποία 70 περίπου είναι ενδημικά και σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί οτιδήποτε από το φαράγγι, ούτε καν ένα λουλούδι.. Επίσης εδώ ζει και το γνωστό Κρητικό Αγρίμι (Capra Aegagrus Cretica), που οι τουρίστες το αποκαλούν «Κρι-Κρι».

Η έξοδος του φαραγγιού στην Αγία Ρούμελη δεν είναι προσβάσιμη με αυτοκίνητο και έτσι, νωρίς το πρωί, ξεκινήσαμε με το πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ Χανίων για τον Ομαλό, για να συναντήσουμε την αρχή του φαραγγιού. Ο κόσμος αρκετός και το ΚΤΕΛ έβαλε και δεύτερο λεωφορείο. Σουηδοί, Γάλλοι, Ιταλοί, Ισπανοί, και πολλοί άλλοι ξεκίνησαν μαζί μας, γοητευμένοι από την φήμη του φαραγγιού. Άλλοι προετοιμασμένοι σωστά με ορειβατικά παπούτσια και εξοπλισμό και άλλοι με σαντάλια. Οι δεύτεροι θα καταλάβαιναν το λάθος τους στα πρώτα κιόλας μέτρα του φαραγγιού. Μετά από μια ανηφορική πορεία 45 χιλιομέτρων σε ένα φιδογυριστό δρόμο, που μετά βίας χωρούσε ένα αυτοκίνητο, φτάσαμε στο οροπέδιο του Ομαλού σε υψόμετρο 1.227 μέτρων. Το φαράγγι ξεκινάει από την θέση «Ξυλόκαστρο», γιατί εκεί, τα παλιά χρόνια, οι κάτοικοι είχαν φτιάξει μια υποτυπώδη σκάλα από ξύλα και κορμούς δέντρων για να κατεβαίνουν στο φαράγγι. Στην είσοδο οι ενήλικες πληρώσαμε ένα εισιτήριο 5 ευρώ το οποίο συμβουλευόμασταν σε όλη την διαδρομή γιατί στο πίσω μέρος είχε τυπωμένο ένα σχέδιο του φαραγγιού με τις χιλιομετρικές αποστάσεις για κάθε στάση όπου υπήρχε πόσιμο νερό ή τουαλέτα.

Εφοδιασμένοι με αντηλιακό, καπελάκι για τον ήλιο, κάποια σάντουιτς για τον δρόμο μιας και η διαδρομή ήταν μεγάλη και το παγούρι με το νερό ανά χείρας, ξεκινήσαμε την κάθοδό μας στο φαράγγι. Η διαδρομή δύσκολη σε ένα απότομο φιδωτό μονοπάτι, που είναι σκαμμένο στο βράχο και έχει στις δύο πλευρές του ξύλινα κάγκελα για στήριξη και προστασία. Το σημείο αυτό είναι ένα από τα θεαματικότερα της διαδρομής, καθώς το φαράγγι κατηφορίζει σε βάθος 700 μέτρων ύστερα από 3 μόλις χλμ. πεζοπορίας μέσα σε μια πευκόφυτη περιοχή.  Στα 3,8 χλμ συναντάμε τον Σταθμό του Αγίου Νικολάου που πήρε το όνομά του από το ομώνυμο εκκλησάκι  που βρίσκεται . Εκεί υπάρχει οργανωμένος χώρος ανάπαυσης με ξύλινα παγκάκια και τραπέζια, τουαλέτες και τρεχούμενο δροσερό νερό, όπως επίσης και σε κάθε 2 χιλιόμετρα σε όλο το μήκος της διαδρομής. Κατατοπιστικές πινακίδες σε ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά πληροφορούν τους επισκέπτες για την πανίδα και την χλωρίδα της περιοχής. Σε αυτές τις πινακίδες διαβάζουμε ότι το Κυπαρίσσι της Σαμαριάς (Cupressus sempervirens var. Horizontalis) δεν είναι το λεπτό ευθύκορμο που συναντούμε στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά έχει απλωμένα κλαδιά με αποτέλεσμα τα δέντρα να είναι οριζοντιόκλαδα. Αυτό το είδος χρησιμοποιήθηκε από στην  αρχαιότητα για ναυπήγηση πλοίων.  Λέγεται επίσης ότι χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή των κιόνων στο ανάκτορο της Κνωσού.

Ακόμη στο ξέφωτο του Αγίου Νικολάου υπάρχουν αρκετά είδη λουλουδιών όπως το αγριορόδο ή πηγουνιά (Paeonia clusii) με κάτασπρα πέταλα, κίτρινους στήμονες και κόκκινο ύπερο που συνδέει το όνομά του με τον αρχαίο θεό – ιατρό Παίωνα, η σκούρα μωβ, σχεδόν μαύρη δρακοντιά  (Dracunculus spp.) με χαρακτηριστική άσχημη μυρωδιά για κάλεσμα των επικονιαστών εντόμων, η ροζ-μωβ μαντζουράνα (Origanum microphyllum) με υπέροχη μυρωδιά και πλούσιες φαρμακευτικές ιδιότητες, οι άσπροι ασφόδελοι (Asphodelus sp.), ο κίτρινο αγκάραθος (Phlomis fruticosa) και πολλά άλλα.

Στη συνέχεια της διαδρομής μας και αφού η κατηφόρα έχει τελειώσει, φτάνουμε στον εγκαταλειμμένο οικισμό της Σαμαριάς που βρίσκεται στο μέσο περίπου της διαδρομής (7,1 χλμ) όπου υπάρχει ο πιο οργανωμένος σταθμός με τηλέφωνο, Αστυνομικό Σταθμό, φαρμακείο, ιατρείο και ελικοδρόμιο για περιπτώσεις ανάγκης κ.λ.π.  Με την άφιξή μας, ένας φύλακας με μουλάρι ξεκινάει να πάρει κάποιον που στραμπούλιξε το πόδι του και δεν μπορεί πια να περπατήσει. Για όλους μας η  στάση απαραίτητη και επιβεβλημένη για ξεκούραση αλλά και για κολατσιό. Το κρύο νερό της βρύσης μας ξεδιψάει και μας γίνεται απαραίτητο γιατί ο ήλιος είναι πια ψηλά μετά από 4 ώρες περίπου περπάτημα. Λίγο μετά το χωριό της Σαμαριάς βρίσκεται το εκκλησάκι της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, όπου και προέρχεται το όνομα “Σαμαριά” που δεν είναι τίποτα άλλο από μια παραφθορά του : Οσία Μαρία – Σιαμαρία – Σαμαριά.
Η συνέχεια της πορείας μας γίνεται μέσα στην κοίτη του ρέματος όπου ξαφνικά το νερό χάνεται και ξαναεμφανίζεται προς το τέλος της διαδρομής. Μικρά ξύλινα γεφυράκια μας βοηθούν να περάσουμε το ρέμα σε πολλά σημεία αν και όλοι μας επιθυμούμε να κάνουμε ένα στραβοπάτημα και να δροσιστούμε στα κρύα νερά του.

Αυτό το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής είναι και το πιο συγκλονιστικό. Σε κάποια σημεία το φαράγγι στενεύει τόσο, που στις λεγόμενες Σιδερόπορτες φτάνει μόλις τα 3 μ. πλάτος και τα τοιχώματά του υψώνονται 300 μ. από πάνω. Κατόπιν φαρδαίνει πάλι και μπαίνουμε σε μια πιο ανοιχτή κοιλάδα που στο τέλος της (12,8 χλμ.) παραδίνουμε ξανά ένα απόκομμα του εισιτηρίου μας, για λόγους ασφάλειας έτσι ώστε να είναι σίγουροι οι φύλακες ότι βγήκαμε όλοι από το φαράγγι. Είμαστε κουρασμένοι, ο ιδρώτας τρέχει και ο ήλιος είναι πια καυτός. Το μόνο που έχουμε στο μυαλό μας είναι να κολυμπήσουμε στα νερά του Λιβυκού πελάγους αλλά η απάντηση του φύλακα στην ερώτησή μας για το πόσο μακριά είναι η παραλία μας απογοητεύει. 3.200 μέτρα ακόμη κάτω από τον καυτό ήλιο και φτάνουμε στην Αγία Ρουμέλη όπου στην αρχαιότητα υπήρχε  η αρχαία πόλη Τάρα από την οποία σώζεται σήμερα μόνο ένα τμήμα του ναού του Απόλλωνα. Μετά από 7 ώρες πεζοπορίας και στάσεων και αγνοώντας τα καλέσματα των ταβερνιάρηδων για φαγητό, μπαίνουμε στην δροσερή παραλία της Αγίας Ρουμέλης με μαύρο βότσαλο, που αποτελεί βάλσαμο για τα πόδια μας και το κουρασμένο κορμί μας. Κολυμπάμε σχεδόν μέχρι να σαλπάρει το πλοίο που θα μας πάει μετά από μία ώρα στα Σφακιά, για να πάρουμε ξανά το ΚΤΕΛ για τον δρόμο της επιστροφής στην βάση μας, στα Χανιά.

Have your say