< <

Στο ρέμα της χήρας (Παλαιοκαρυά)

Γαντζωμένοι σαν αράχνες στον τοίχο έκλωθαν τη ζωή τους δουλεύοντας σκληρά σ’ αυτή τη ρεματιά. Λιώνανε μέχρι να την αναγκάσουν να τους δώσει τους καρπούς της. Μαζί με τα λίγα ζωντανά που είχαν, μεγάλη ήταν η αμάχη και μικρές οι χαρές και το διάφορο. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που μαστόρευαν –για τις τοπικές ανάγκες –πάνω στην πέτρα και στο ξύλο.

Ζωή δύσκολη εδώ σ’ αυτόν τον τόπο με τη λιγοστή σοδειά αλλά και την ανείπωτη γοητεία του τοπίου –ανάμεσα στα δυο θεόρατα βουνά, την Καραβούλα και τον Αχλαδιά, εκεί που σχηματίζεται το ρέμα της Χήρας και καταλήγει στην Παλαιοκαρυά. Εδώ ο αδυσώπητος κύκλος των εποχών κυβερνούσε τη ζωή τους. Απ’ το φθινόπωρο άρχιζαν οι βροχές και  οι παγωμένοι αέρηδες που κατεβαίνανε από τις πανύψηλες κορφές. Χειμώνας με κρύα, πάγους και χιόνια. Τα καλοκαίρια ανάσαινε βαριά η γη.

Σε αυτόν το χώρο της απομόνωσης περπατήσαμε την προηγούμενη Κυριακή. Αφήσαμε τα αυτοκίνητα μας στη Μέση Παλαιοκαρυά και περάσαμε τη στενόμακρη γέφυρα για να βρεθούμε στο ρέμα της Χήρας. Η πορεία μας είναι δίπλα στο ρέμα, πότε δεξιά και πότε αριστερά του. Στην αρχή της ρεματιάς περνάμε ένα ξύλινο γεφυράκι κατασκευασμένο με κορμούς δέντρων πάνω από πεντακάθαρα νερά που έρχονται από τα ψηλώματα.

Σε λίγο βρισκόμαστε στα πρώτα χωραφάκια που είναι στα αριστερά της ρεματιάς και τα περνάμε το ένα μετά το άλλο. Εδώ οι συγκινήσεις μας είναι δεμένες με τη σπορά, τη συγκομιδή και τους λίγους κατοίκους αυτού του συνοικισμού που τον εγκατέλειψαν πριν χρόνια. Το όνομα της περιοχής αυτής είναι Τσατούρια και ανήκει στη Μέση Παλαιοκαρυά.

Συνεχίζοντας την πορεία μας συναντάμε σ’ ένα άλλο διάζωμα τα πρώτα ερείπια, λίγο πιο πάνω βλέπουμε μια αγροικία με τους βοηθητικούς χώρους ερειπωμένους. Πιο πάνω και πάντα δίπλα στο ρέμα βρίσκουμε άλλα ερείπια και κατόπιν τσιμεντένια ποτίστρα με νερό άφθονο και παγωμένο. Πιο πάνω και αριστερά μας βλέπουμε αρκετά ερείπια μικρών σπιτιών που είναι όλα πέτρινα. Στην άκρη μια αγροικία με πόρτες και παράθυρα ανοιχτά και την καπνοδόχο πεσμένη στον εσωτερικό χώρο. Ίσως την άνοιξη να μην στέκει πια όρθιο.
Τώρα το μονοπάτι μας οδηγεί αριστερότερα για να συναντήσουμε μια τσιμενταύλακα κατεστραμμένη που κάποτε μετέφερε νερό για το πότισμα των χωραφιών σε λίγο συναντάμε το πιο στενό σημείο της ρεματιάς. Εκεί κοντά είναι μια καλύβα ξύλινη και δίπλα στον πλάτανο στηρίζεται το μικρό μαντρί για τα λίγα ζωντανά και ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα των πλατάνων μια πρόχειρη γωνιά με μια πυροστιά. Στην άκρη ένα μικρός κάναλος για να τρέχει νεράκι.

Η πορεία μας δεν σταματά εδώ, έχει συνέχεια για να βγούμε ψηλά. Την προσοχή μας όμως τραβά ένας πανύψηλος καταρράκτης – έργο της φύσης σπουδαίο που επιβάλλει αλλαγή της πορείας μας. Επιχειρούμε με μεγάλη δυσκολία να τον πλησιάσουμε και τα καταφέρνουμε. Εκεί διαθέσαμε χρόνο πολύ θαυμάζοντάς τον και φωτογραφίζοντας.
Στο σημείο αυτό αποφασίσαμε την επιστροφή με οδηγό τον μικρό Αποστόλη.

Have your say