< <

Μουργκάνα, βουνό ποτισμένο με αδελφικό αίμα

Βορειοανατολικά του νομού Θεσπρωτίας, στους πρόποδες της Μουργκάνας(1806μ.) βρίσκεται το χωριό Λιά. Χτισμένο στα 640μ. άγνωστο στους πολλούς, μέχρι πριν λίγα χρόνια, έγινε πασίγνωστο στον κόσμο ολόκληρο από την «Ελένη», το βιβλίο του Λιώτη συγγραφέα Νίκου Γκατζογιάννη.

Πέρα όμως απ’ αυτό, το χωριό Λιά ήταν πάντα δεμένο με την ιστορία. Κοντά στο χωριό Λιά, σ’ ένα αντέρεισμα της Μουργκάνας, ακόμα σώζεται ένα κάστρο, κατασκευασμένο τον 3ο π.Χ. αιώνα από τον θρυλικό βασιλιά της Ηπείρου, τον Πύρρο.

Στην παραδοσιακή βρύση της Γκούρας, δίδαξε ο μεγάλος απόστολος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, Κοσμάς ο Αιτωλός – ο «Πατροκοσμάς» – λίγο πριν τον μαρτυρικό του θάνατο στη Βόρειο Ήπειρο το 1779. Στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής φυλάσσονται τρεις εικόνες του μεγάλου λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Στο ψηλότερο σημείο του χωριού «στο περιβόλι» είναι η εκκλησία Άγιος Δημήτριος και τα ερείπια του σπιτιού της Ελένης.

Στους επώνυμους επισκέπτες του χωριού περιλαμβάνονται γνωστοί Άγγλοι συγγραφείς όπως ο N. Hammond και Cris Woodhouse, οι σκηνοθέτες Ηλίας Καζάν και Πήτερ Γέιτς, καθώς και ο τότε Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης που ταξίδεψε στο Λιά, στις 22 Ιουλίου 1990.

Όταν το 1810, αγναντεύοντας από τη Ζίτσα, πρωταντίκρυσε τον ορεινό όγκο της Μουργκάνας και τον ποταμό Καλαμά, ο λόρδος Βύρων, έγραψε προφητικά: «…αυτές οι περιοχές της Ηπείρου – με τα βουνά που δεν έχουν όνομα και με τα ποτάμια που δεν υπάρχουν σε κανένα χάρτη – μπορεί κάποτε να γίνουν σημαντικότερες για την πέννα και το μολύβι απ’ ότι η στεγνή τάφρος του Ιλισσού ή τα έλη της Βοιωτίας». Κι έγιναν. Με την «Ελένη».

Ο Λιάς απέχει 68 χλμ. από την πρωτεύουσα της Ηπείρου, τα Γιάννενα και περίπου ίδια απόσταση από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Έτσι θα ξεκινήσουμε το ταξίδι μας για τις τα πανέμορφα βουνά της Ηπείρου για ακόμη μια φορά. Μετά από ταξίδι τριών και πλέον ωρών, τα πλατάνια της πλατείας του Λιά θα μας χαρίσουν σαν βάλσαμο τη δροσιά τους στο ταλαιπωρημένο σώμα μας από τις τελευταίες ζέστες του Αυγούστου. Έτσι θα μας βρει το βράδυ σε αυτή την άκρη της Ελλάδας, σε αυτή τη γωνιά της Θεσπρωτίας.

Πρωινό ξύπνημα στην αγκαλιά της Μουργκάνας και με το πρώτο φως της ημέρας  ανεβαίνουμε μέχρι το εγκαταλειμμένο στρατιωτικό φυλάκιο στα 750 μ. όπου και θα αφήσουμε τα αυτοκίνητα.  Αφού γεμίσουμε νερό, αφήνουμε το δρόμο  και αναζητάμε το μονοπάτι πάνω από το φυλάκιο θέλοντας να αποφύγουμε το μονότονο περπάτημα μέσα στο δρόμο που θα μας ανέβαζε  λίγο κάτω από την κορυφή.

Μονοπάτι παλιό που κινείται βόρεια και κάθετα στις νότιες πλαγιές του όρους. Λόγω της έλλειψης κοπαδιών και ανθρώπων να το περπατήσουν έχει γίνει σχεδόν απροσπέλαστο από την πυκνή βλάστηση των πουρναριών και άλλων θάμνων. Αναγκαστικά θα ψάξουμε το δρόμο ξανά μιας και είναι η μόνη σίγουρη λύση σε ένα βουνό που δεν το ξέρει κανείς και οι πληροφορίες είναι ελάχιστες! Γρήγορα τον συναντάμε ξανά και κινούμαστε πάνω σε αυτόν. Προωθούμαστε αρκετά και πια βρισκόμαστε κοντά στα 1400 μ. Εδώ η βλάστηση δεν είναι τόσο πυκνή και έτσι αφήνουμε το δρόμο που θα τον συναντήσουμε και πάλι πιο πάνω κινούμενοι βορειοδυτικά. Στη συνέχεια της πορείας μας ο δρόμος εναλλάσσεται με λιβάδια και έτσι θα φτάσουμε στα  1600 μ. όπου θα αφήσουμε οριστικά το δρόμο πίσω μας  έχοντας την κορυφή ακριβώς μπροστά μας. Ακολουθούμε ευδιάκριτο μονοπάτι που θα μας φέρει γρήγορα στην κορυφογραμμή λίγο πριν την κορυφή την οποία σε πολύ λίγο θα την έχουμε πατήσει.

Είμαστε εκεί στα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας. Εδώ χωρίζει η Ελλάδα με την Αλβανία, μα δε χωρίζουν τα βουνά. Μπορεί οι άνθρωποι να έβαλαν σύνορα αλλά τα βουνά στέκουν εκεί αγέρωχα και μπαίνουν στην Αλβανία ή γυρίζουν στην Ελλάδα, χαμηλώνουν, φτιάχνουν χωριά, φτιάχνουν ποτάμια,  φτιάχνουν λίμνες, δημιουργούν ζωή!  Τι κι αν ο άνθρωπος τα χώρισε με σύνορα, τι και αν πολέμησε πάνω τους και τα έβαψε με αίμα δείχνοντας το πιο άγριο πρόσωπο της ανθρώπινης φύσης, αυτά εκεί στέκουν και χαρίζουν ζωή. Σε Αλβανούς, σε Έλληνες,  δεν έχει σημασία, τα βουνά δεν έχουν σύνορα!

Ο καυτός ήλιος και η ζέστη μας αναγκάζουν να εγκαταλείψουμε την κορυφή και να στραφούμε χαμηλότερα αναζητώντας την σκιά των δέντρων και κάποια παγωμένη πηγή για να ξεκουραστούμε από την πολύωρη ανάβαση και την έκθεση στον ήλιο! Κάπως έτσι λοιπόν θα μας βρει η επιστροφή για το χωριό  και ακόμη μια ορειβασία θα φτάσει στο τέλος της.

Εκτελέστε το διανεμόμενο αρχείο

Have your say