< <

Ανατολική Τύμφη, το πέρασμα του Καρτερού

Η ανάβαση στις ανατολικές πλαγιές της Τύμφης είναι μια σπουδαία πρόκληση που κανένας ορειβάτης δεν θα μπορούσε να αρνηθεί. Η εκδρομή είναι δύσκολο να προγραμματιστεί λόγω των ιδιαίτερων καιρικών συνθηκών της περιοχής που πολλές φορές κάνουν τις κορυφές αυτές απροσπέλαστες. Επίσης δεν υπάρχει αναλυτική και σαφής περιγραφή της διαδρομής αν και είναι τμήμα του εθνικού μονοπατιού Ο3 που ξεκινά από τα Γιάννενα για να συναντήσει το διεθνές μονοπάτι Ε6 στο Σμόλικα.
Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, στις τελευταίες μέρες του Αυγούστου και εκτός του τακτικού προγράμματός μας αποφασίσαμε την ανάβαση στην κορυφή Καρτερός (υψ. 2478 μ.) ξεκινώντας από το Βρυσοχώρι, το έσχατο των Ζαγοροχωρίων και πλησιέστερο στα χωριά της λάκας του Αώου.
Γρεβενά – Βασιλίτσα – Παλιοσέλι και ασφάλτινος πλέον ο δρόμος, αφού διαβεί τον Αώο πάνω από τη νέα τσιμεντένια γέφυρα φτάνει στο χωριό – βάση της πορείας μας. Καθόλου τυχαίο το όνομά του αφού άπειρες είναι οι βρύσες που άφθονο και παγωμένο αναβλύζουν το νερό της Τύμφης. Πρόχειρα στήνουμε τις σκηνές μας στο προαύλιο της εκκλησίας για να ξεκινήσουμε πριν το χάραμα αφού η πορεία προβλέπεται μακρά.
Το μονοπάτι ξεκινά από το κέντρο του χωριού και σημαδεύεται με ταμπέλες που έχουν την ένδειξη Ο3. Κατηφορίζοντας δίπλα στο ρέμα φτάνουμε στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής και στη συνέχεια ανηφορίζουμε μέσα σε πυκνή βλάστηση –αποτέλεσμα της αφθονίας των νερών. Μετά από μια περίπου ώρα συναντάμε το χωματόδρομο, στρίβουμε αριστερά και τον ακολουθούμε για άλλη μισή περίπου ώρα μέχρι το τέλος του. Εναλλακτικά μπορούμε να φτάσουμε ως εδώ από το χωματόδρομο μήκους 7 περίπου χιλιομέτρων που ξεκινά στην πρώτη δεξιά στροφή πάνω από το Βρυσοχώρι. Πρέπει στην αρχή να αποφύγουμε τις δυο διαδοχικές αριστερές διακλαδώσεις, στη συνέχεια μια κατηφόρα δεξιά με ένδειξη προς Βρυσοχώρι και τέλος μια ανηφορική αριστερή στροφή.
Είμαστε σε υψόμετρο 1180 μ. και έχουμε μπροστά μας ένα ρέμα με αρκετό νερό που περνάμε για να συνεχίσουμε απέναντι σε μονοπάτι. Σε 5’ πρέπει να ανεβούμε απότομα (χωρίς σημάδια) ανάμεσα σε δυο μεγάλα πεύκα για να ξαναβρούμε το μονοπάτι. Στρίβουμε δεξιά και σε 5’ είμαστε στη Νεραϊδόβρυση. Αυτή η ξακουστή βρύση είναι μια πηγή στο βράχο που αναβλύζει το πιο παγωμένο νερό που ήπιαμε ποτέ. Στο σκιερό περιβάλλον αναπτύσσεται υγρόφιλη βλάστηση με εντυπωσιακά μεγάλα φύλλα. Εδώ πρέπει να γεμίσουμε τα παγούρια καθώς νερό στη συνέχεια δεν υπάρχει και η έλλειψή του ισοδυναμεί με ματαίωση της πορείας.
Περνώντας το ρέμα συνεχίζουμε σε καθαρό μονοπάτι έχοντας δεξιά μας βαθύ φαράγγι. Κίτρινες ταμπέλες και ενδείξεις Ο3 στους κορμούς των δέντρων μας συνοδεύουν. Τα γιγάντια μαυρόπευκα σχηματίζουν πυκνό δάσος που κατά τόπους αραιώνει προσφέροντας όμορφη θέα προς τον Σμόλικα. Αφού διαβούμε άλλα δυο ρέματα χωρίς νερό αυτή την εποχή, σε 15’ φτάνουμε σε αγνάντι, στα 1285 μ. Μπροστά μας μια τεράστια ορθοπλαγιά κατάφυτη μέχρι την κορυφή της στεφανώνεται από το φεγγάρι που ασημίζει ακόμα στον ουρανό. Στρίβουμε αριστερά βλέποντας ψηλά στο βάθος τις μύτες των ψηλότερων κορυφών της Τύμφης. Κατηφορίζουμε ελαφρά για να μπούμε στη συνέχεια σε αμιγές δάσος οξιάς. Είναι ένα από τα πυκνότερα που έχουμε συναντήσει, τόσο σκοτεινό που θαρρούμε πως νύχτωσε ξαφνικά. Η πορεία μας είναι έντονα ανηφορική για 25’ μέχρι που το δάσος αραιώνει και νεαρά ρόμπολα εναλλάσσονται με τις οξιές.
Είμαστε σε υψόμετρο 1452 μ. και βλέπουμε πλέον καθαρά τις κορυφές. Ανηφορίζουμε απότομα σε κακοτράχαλο μονοπάτι. Το χώμα εναλλάσσεται με βράχια. Καθώς η βλάστηση αραιώνει η ζέστη γίνεται αισθητή. Μετά από 40’ φτάνουμε σε μικρό οροπέδιο στα 1690 μ. που στο χάρτη αναφέρεται σαν «Στάνη Κάτσανου». Στάνη δεν υπάρχει πουθενά, ούτε και πρόβατα. Μόνο μια μεταλλική επιγραφή στο βράχο, στη μνήμη ορειβάτισσας που σκοτώθηκε εδώ το Μάη του 1999, και λίγο πιο πάνω ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός. Δεξιά μας το μονοπάτι που έρχεται από τη Κόνιτσα μας βάζει σε σκέψεις μελλοντικής πορείας. Μικρή στάση για ξεκούραση και ανίχνευση της διαδρομής. Χρειάζεται προσοχή γιατί η σήμανση είναι ελλιπής ή και παραπλανητική.
Περνάμε την ξεραμένη πλέον λούτσα και αριστερά στα βράχια βρίσκουμε σημάδια του Ο3 που συνεχίζει πάνω αριστερά για 20’ μέχρι να συναντήσει τη διασταύρωση για Τσούκα Ρόσσα – Γκούρα – Σκαμνέλι (να και άλλη μια μελλοντική πορεία μας). Εδώ στρίβουμε δεξιά κάνοντας ένα ολόκληρο κύκλο γύρω από το οροπέδιο, διακόσια μέτρα ψηλότερα από αυτό.
Φτάνοντας στο διάσελο μένουμε άναυδοι μπροστά στο θέαμα των αποσαθρωμένων κορυφών που υψώνονται απότομα σε τεράστια ύψη. Η λέξη δέος δεν αρκεί για να περιγράψει τα συναισθήματά μας. Ψάχνουμε τα ονόματα της κάθε κορυφής. Μα τι σημασία έχουν; Αρκεί που βρίσκονται εκεί για να δηλώνουν αιώνια το μεγαλείο της φύσης. Αρκεί που φτάσαμε έως εδώ σε μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ορειβατικής ζωής μας.
Στρίβοντας δεξιά ακολουθούμε τα κόκκινα σημάδια στα βράχια που θα μας φέρουν σε 15’ αντίκρυ στην Γκαμήλα, την ψηλότερη κορυφή της Τύμφης. Χωρίς αμφιβολία είναι η πιο μεγαλειώδης των βουνών μας, αυτή που μας υποχρεώνει να σηκώσουμε ψηλά τα κεφάλια για να την αντικρύσουμε έτσι όπως πετάγεται από τα βάθη της χαράδρας του Αώου στα δυόμισι χιλιάδες μέτρα.
Στρίβοντας αριστερά σε 5’ φτάνουμε πάνω από τη λάκκα «Κοπάνες», αντίκρυ στο «Πέρασμα του Καρτερού». Πρόκειται για μια τεράστια σάρα που χωρίζει τις κορυφές Γκαμήλα ΙΙ και Καρτερός, μια από τις ελάχιστες διόδους προς τη δυτική πλευρά του βουνού, ένα επίφοβο σημείο που κρατά χιόνι και πάγο μέχρι αργά το καλοκαίρι. Από εδώ απαιτείται μισής περίπου ώρας προσεκτική ανάβαση μέχρι το διάσελο στα 2360 μ. και πολλές ακόμα ώρες για την επιστροφή μας. Ευτυχώς που υπάρχει και η Νεραϊδόβρυση –όαση στη ζέστη του Αυγούστου.

Have your say