< <

Ανάβαση στο Βίτσι

Βίτσι ή Βέρνον, ένα βουνό terra ingognita για το ορειβατικό κοινό, μάλλον επειδή η προσπέλαση στην κορυφή του είναι απαγορευμένη αφού εκεί η αεροπορία έχει εγκαταστήσει ραντάρ. Μακριά από τις στράτες των ορειβατών λοιπόν, αν και είναι ένα βουνό όμορφο αλλά και τόπος με περιβαλλοντικό ενδιαφέρον, σαν κατ’ εξοχήν βιότοπος της αρκούδας, γεγονός που διαπιστώσαμε ιδίοις όμασι.

Το Βίτσι αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του Βαρνούντα και φυσικό σύνορο των νομών Φλώρινας και Καστοριάς. Νότια καταλήγει σε δύο κλάδους, ο ένας συνεχίζει το διαχωρισμό των δύο νομών μέχρι τον αυχένα της Κλεισούρας, ενώ ο δεύτερος κατευθύνεται νοτιοανατολικά, με χαμηλές παρυφές, όπως το Ραδόσι, που σχηματίζουν τη διάβαση του Κλειδιού, σημείο όπου καταλήγουν και οι νοτιοδυτικές απολήξεις του Βόρα. Ψηλότερη κορυφή του είναι το Βίτσι, με ύψος 2128 μέτρα. Η ονομασία Βίτσι συχνά αναφέρεται όχι μόνο για την κορυφή, αλλά για όλο τον ορεινό όγκο, κάτι που συμβαίνει και στην περίπτωση του Βαρνούντα με το Περιστέρι. Στο Βέρνο, λοιπόν, στις δασωμένες με πυκνά δάση οξιάς βόρειες πλαγιές του στον Πολυπόταμο, στη Δροσοπηγή, στην Υδρούσα, στο Φλάμπουρο συναντά κανείς τις γεννήτορες πηγές του Εριγώνα ποταμού. Το νότιο Βέρνο τροφοδοτεί τις λίμνες του Αμυνταίου, ενώ οι δυτικές πλαγιές του ανήκουν στην λεκάνη απορροής της λίμνης της Καστοριάς. Από τους πρόποδες του βουνού μέχρι και τα χίλια μέτρα κυριαρχούν οι διαπλάσεις δρυός, ενώ από το σημείο αυτό και μέχρι τα ανώτερα δασοόρια με τα αλπικά λιβάδια, κυριαρχεί η οξιά με πολύ πυκνά και αδιαπέραστα δάση. Σε μεγαλύτερο υψόμετρο εμφανίζονται περισσότερες από 40 σημαντικές φυτικές ομάδες αλλά και πλούσια πανίδα. Γενεσιουργός αιτία αυτής της ιδιαίτερης βιοποικιλότητας το σερπεντινικό υπόβαθρο με τους γρανίτες να κυριαρχούν έναντι των άλλων πετρωμάτων.

Αφετηρία μας το χιονοδρομικό κέντρο Βιτσίου, σε υψόμετρο 1700 μέτρων, λίγα χιλιόμετρα μετά την Καστοριά, στο δρόμο για Φλώρινα. Δρόμος στενός, ανηφορικός, τυπικός επαρχιακός δρόμος της δεκαετίας του 60 με ελάχιστη κυκλοφορία αφού η πίστα δεν λειτουργεί λόγω έλλειψης χιονιού. Αφήσαμε πίσω μας την Οξιά το Πολυκέρασο και την Περικοπή, χωριά με έντονο το χρώμα μιας ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής που σαν πρώτες ύλες έχει τον πηλό, το καλάμι και το ξύλο και δευτερευόντως την πέτρα.

Μπαίνοντας στο δάσος της οξιάς το χιόνι είναι αρκετό και δυσκολεύει την πορεία μας. Πρόσφατα πατήματα αρκούδας και μια σχετική ανησυχία. Βαδίζουμε σε χωματόδρομο που κινείται παράλληλα με την άσφαλτο και μας οδηγεί κάτω από τη βάση της αεροπορίας. Από εδώ ακολουθούμε ξέχιονο χωματόδρομο παρακάμπτοντας το στρατόπεδο για να καταλήξουμε σε διάσελο. Δεξιά μας υψώνεται ο κώνος της ψηλότερης κορφής, αριστερά μια από τις χαμηλότερες. Βαδίζουμε στα χνάρια μιας πορείας που κάναμε πριν από δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια.

Αν και ο καιρός είναι αποτρεπτικός επιχειρούμε την ανάβαση στην ψηλότερη. Λίγο πιο πάνω ο παγωμένος αέρας μας αναγκάζει να επιστρατεύσουμε γάντια και σκουφιά. Τα βράχια πράσινα από τα βρύα γλιστρούν και τα σύννεφα εμποδίζουν την ορατότητα.

Επιστρέφοντας στο διάσελο ο καιρός έχει ανοίξει προσωρινά και η ανάβαση στη δεύτερη κορυφή επιβάλλεται αφού η θέα προς τη λίμνη της Καστοριάς είναι καταπληκτική. Το ίδιο ίσως σκέφτηκε και η πελώρια αρκούδα τα νύχια της οποίας ξεχωρίζουν στο παγωμένο χιόνι. Εξάλλου εδώ είναι το βασίλειό της και εμείς απλοί επισκέπτες του.

Have your say