Ονομάζεται και κοκκινοπόδαρος. Συναντιέται από το Μάιο έως τον Νοέμβριο, συνήθως κατά ομάδες σε δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων. Είναι κοινό είδος και προτιμά δάση οξιάς και πλατύφυλλης δρυός.
Το καπέλο έχει διάμετρο 5–15 cm και αρχικά είναι ημισφαιρικό. Αργότερα γίνεται κυρτό η επίπεδο. Είναι καστανορόδινο με κιτρινωπή απόχρωση κάποιες φορές. Καλύπτεται από γκρίζες ή γκριζοκόκκινες νιφάδες.
Η σάρκα είναι λευκή, καφέ ή κοκκινωπή, σχεδόν άοσμη και αν κοπεί κοκκινίζει. Τα ελάσματα είναι ελεύθερα, πυκνά, λευκά που στην ωριμότητα δημιουργούν κοκκινωπά έως καστανωπά στίγματα.
Τα σπόρια είναι ωοειδή. Το πόδι έχει ύψος 6–14 cm και διάμετρο 1–2,5 cm. Αρχικά είναι λευκό και αργότερα παίρνει το χρώμα του καπέλου. Έχει μεγάλο, μεμβρανώδη δακτύλιο και πάνω από αυτόν το πόδι είναι λευκό. Η βάση του έχει μορφή ρόπαλου και προσβάλλεται από κάμπιες.
Διακρίνεται δύσκολα από το δηλητηριώδη Amanita pantherina.
Ξεχωρίζει από τη σάρκα που κοκκινίζει όταν κοπεί, από την ανάγλυφη βάση με την απουσία θήκης, από το κιτρινοκοκκινωπό χρώμα του καπέλου και τις γκρίζες νιφάδες.
Είναι εδώδιμο και πολύ νόστιμο, αλλά ωμό είναι τοξικό.


