Άνθρωποι που ανεβοκατεβαίνουν τις πλαγιές, ένας μετά τον άλλον χάνονται πίσω από τα βράχια και έπειτα άλλοι ακολουθούν φορτωμένοι με σακίδια ογκώδη, σκηνές και υπνόσακους. Νέοι στην πλειοψηφία τους, από όλα τα μέρη της χώρας, περισσεύουν οι κοπέλες. Σώματα γυμνασμένα και άλλα λιπόσαρκα, μαυρισμένα από τον ήλιο, τα μπράτσα έξω, τα κεφάλια σκιάζονται από φαρδιά καπέλα.
Πάνε και έρχονται και τελειωμό δεν έχουν, σειρές η μια μετά την άλλη.
Κι όταν ρωτάνε «από δω πάνε για τη λίμνη;» τι να τους απαντήσεις; Ότι λίμνη δεν υπάρχει παρά μόνο μια αδύναμη ροή νερού, το ψυχορράγημα του ένδοξου θεού που έφυγε για πάντα στη χώρα των σκιών;
Μαζί του χάνονται οι αναμνήσεις μιας τριακονταετίας. Αναμνήσεις ενός επίγειου παραδείσου στα τέλη του Μάη. Τότε χιλιάδες μωβ κρόκοι και κίτρινες βιολέτες χόρευαν στον άνεμο εκεί που έλιωναν τα χιόνια. Χιόνια; Σπανίζει το λευκό στις μέρες μας τις καφετιές τις σκεπασμένες με τη σκόνη.
Στο πράσινο κοίλωμα των πηγών, δεκάδες σκηνές και πλήθος ανθρώπων που έρχονται, φεύγουν, στήνουν, ξεστήνουν. Ποια ανάγκη τους έφερε ως εδώ, σε ποιους θεούς το τάμα, ποιας ελευθερίας άνεμο ψυχανεμίζονται και ποιών αγγέλων μουσικές οραματίζονται στου γαλαξία την οδό;
Αργήσατε φίλοι, αργήσατε πολύ, παράδεισος πλέον δεν υπάρχει, μόνο στα όνειρά μας κατοικεί και τα στοιχειώνει.





















