< <

Τζουμέρκα, η δυτική πλευρά

Τα Τζουμέρκα είναι ένα ορεινό συγκρότημα που ξεκινά από τα Πράμαντα με την κορυφή Στρουγκούλα (υψ. 2112 μ.) και μετά από 30 χλμ καταλήγει στο Αθαμάνιο, έχοντας κατεύθυνση Βορρά – Νότο. Μαζί με τον όγκο της Κακαρδίτσας αποτελούν τα Αθαμάνια όρη, το βορειότερο τμήμα της κεντρικής Πίνδου. Στην ουσία πρόκειται για ένα βουνό, που χωρίζεται στα δυο από το ρέμα των Μελισσουργών. Στις πλαγιές και τις υπώρειές του αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός με ρίζες που φτάνουν σε χρόνους αρχαίους.

Σήμερα ένα πλήθος χωριών σχεδόν αποκλειστικά κτηνοτροφικών ζώνουν τα Τζουμέρκα. Κεφαλοχώρια όπως το Βουργαρέλι, το Αθαμάνιο, τα Πράμαντα, τα Θεοδώριανα, τα Άγναντα και πολλά – πολλά μικρότερα: Κυψέλη, Ράμια, Λεπιανά, Μικροσπηλιά, Καταρράκτης, Κτιστάδες, Μελισσουργοί. Χωριά που ζωντανεύουν το καλοκαίρι και απλώς επιζούν το χειμώνα. Το δύσκολο, βαρύ χειμώνα που κλείνει τα ορεινά περάσματα κάτω από μεγάλους όγκους χιονιού. Υπάρχουν τρεις βασικοί άξονες επικοινωνίας με Γιάννενα, Άρτα και Τρίκαλα που ελίσσονται σε υψόμετρα μεγάλα, πάνω από τις κοίτες του Αχελώου και του Άραχθου. Ειδικά από την πλευρά του δεύτερου, το ανάγλυφο είναι εντυπωσιακό. Τεράστιες ορθοπλαγιές που αγγίζουν τα σύννεφα, απρόσιτες διαβρωμένες κορυφές, καταρράκτες μουγκρίζουν γδέρνοντας τα βράχια και δημιουργώντας ατέλειωτους χαλιάδες. Ένα τείχος απρόσιτο, αδιαπέραστο, που προκαλεί το δέος. Οι πλαγιές αυτές μαζί με την ανατολική όψη της Τύμφης είναι ότι πιο μεγαλειώδες μπορούμε να συναντήσουμε στα βουνά της χώρας μας.

Είναι αυτή ο όψη ακριβώς που αποθαυμάζουν όσοι επισκέπτονται το χωριό Καταρράκτης, στους πρόποδες του βουνού, σε υψόμετρο 800 μέτρων. Εδώ διανυκτερεύσαμε το βράδυ του Σαββάτου, κάτω από των αστεριών το φως, στον περίβολο της μονής Αγίας Αικατερίνης.

Αξημέρωτα κινήσαμε την Κυριακή, μιας και ο ήλιος σ΄ αυτό το γυμνό, πετρώδες τοπίο είναι αμείλικτος. Ακολουθώντας το χωματόδρομο που εξυπηρετεί τις ανάγκες της κτηνοτροφίας, σταματήσαμε στο υψόμετρο των 1300 μέτρων, πάνω από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Από εδώ βαδίζουμε σε μονοπάτι με αραιή σήμανση που παρακάμπτει το δρόμο κινούμενο αρχικά στο χείλος ενός μικρού φαραγγιού, στο βάθος του οποίου σχηματίζονται μικροί καταρράκτες, για να βγούμε στη συνέχεια σε αλπικά λιβάδια. Πίσω από το παραπέτασμα των κορυφών προβάλλει ο ήλιος φωτίζοντας υπέροχα το τοπίο.
Λυγίζει το χορτάρι κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μας κι εμείς όλο ανεβαίνουμε ακολουθώντας τα κόκκινα σημάδια. Στο βάθος ορθώνεται το Καταφίδι στα 2393 μέτρα, ψηλό κι απόκρημνο, ικανό να σου κόψει τη διάθεση προσέγγισης. Ή και να σε προκαλέσει να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου, εξαρτάται.

Κάτω χαμηλά, μια μπουλντόζα δεινοπαθεί για να απομακρύνει τα βράχια που κάνουν το δρόμο αδιάβατο. Χωματόδρομος που φτάνει στα 2200 μέτρα, από τα μεγαλύτερα υψόμετρα ορεινών δρόμων στη χώρα μας. Συνδέει τον Καταρράκτη με τα Θεοδώριανα υποστηρίζοντας μια κτηνοτροφία που παλιότερα αριθμούσε πολλές χιλιάδες πρόβατα και κάποιες εκατοντάδες σήμερα. Τεράστια βράχια αποκολλήθηκαν από το βουνό δυσκολεύοντας ακόμα και τους πεζούς. Αργά και μεθοδικά, μέτρο το μέτρο, ένα προς ένα θα απομακρυνθούν. Προσωρινά, αφού το χειμώνα ο δρόμος θα ξανακλείσει και η μπουλντόζα θα ξανάρθει το επόμενο καλοκαίρι, εκτελώντας ένα έργο σισύφειο. Στην ουσία αυτό δηλώνει ο μύθος, την προσπάθεια του ανθρώπου να υποτάξει τη φύση για να ορίσει τη μοίρα του. Αυτή είναι η καταδίκη του, αυτή και η διαφορά του από όλα τα άλλα ζωντανά.

Φτάνοντας στο διάσελο, αέρας παγωμένος μας θυμίζει ότι είμαστε ψηλά, εκεί που τα χιόνια μένουν ακόμα παγωμένα στους ίσκιους μέσα στα βράχια. Δεξιά μας το Καταφίδι, αριστερά και πίσω ατέλειωτες θεόρατες κορφές. Ανάμεσά τους λένε ότι υπάρχει μια αλπική κοιλάδα και λίμνες παγετωνικές. Ας τα αφήσουμε για τον επόμενο χρόνο και ας ανεβούμε στην ψηλότερη κορφή που ήταν και ο αρχικός μας στόχος. Από εδώ χρειάζεται προσοχή καθώς το πέρασμα είναι στενό και απόκρημνο και κάτω γκρεμός ιλιγγιώδης. Αλλά η θέα από το Καταφίδι είναι υπέροχη. Ανυπέρβλητη η σημερινή αιθρία. Ένα είδος ανταμοιβής ίσως;

Από τα Γιάννενα ως την Άρτα καθαρά διακρίνουμε όλες τις λεπτομέρειες. Ο Άραχθος και τα γαλάζια νερά της τεχνητής λίμνης Πουρναρίου, χωριά και χωριουδάκια, στο βάθος ο Αμβρακικός. Αγκαλιάζει το βλέμμα όλη την Ήπειρο, ταξιδεύει στο Ιόνιο, περνάει πάνω από τη Λευκάδα, προσπαθεί να φτάσει στην Κεφαλονιά.

Μα τι ζητάμε πάνω σ’ αυτή την πέτρινη βελόνα και πότε έφτασε το μεσημέρι, και ποιος προτρέπει την επιστροφή;

Δεν ξέρω να σας απαντήσω…

Have your say