< <

Στο φαράγγι του Αρέντα

Ήταν άλλου τύπου η τελευταία μας εκδρομή. Μαγιό, σορτσάκι, πέδιλο και καπελάκι. Λες και πηγαίναμε για θάλασσα. Κι όμως, ακόμα είναι καιρός για βουνό, αρκεί να υπάρχει δροσιά, δηλαδή δέντρα και νερό. Και το νερό στα βουνά της περιοχής μας λέγεται Αχελώος. Τεράστια η λεκάνη απορροής του, συγκεντρώνει τα νερά πλήθους ρεμάτων μικρών και μεγάλων.

Ένα από τα μεγαλύτερα είναι ο Αρέντας, με νερό όλο το χρόνο. Αυτός αποστραγγίζει τα νερά του βουνού Χατζή και του ορεινού όγκου της Κατούνας για να καταλήξει στον Αχελώο, λίγο μετά το Πολυνέρι. Στη συνέχεια το ποτάμι μπαίνει στο δύσβατο φαράγγι του Φάγγου για να εμφανιστεί ξανά κάτω από το μοναστήρι του Σέλτσου, λίγο πριν το φράγμα της Συκιάς.

Η διαδρομή μας ξεκινά από το Πολυνέρι από όπου ο χωματόδρομος κατηφορίζει απότομα μέχρι το ποτάμι. Στη συνέχεια, σαν μονοπάτι πλέον κινείται παράλληλα με τη δεξιά κοίτη του Αρέντα, άλλοτε ευδιάκριτο και άλλοτε σβησμένο. Κάποια σημεία του είναι πετρόκτιστα, άλλα περνάνε από καταπράσινα λιβάδια γεμάτα πεταλούδες.

Μετά από μιας ώρας διαδρομή το μονοπάτι χάνεται τελείως. Από εδώ και πέρα πρέπει να διασχίζουμε την κοίτη του Αρέντα για να βρίσκουμε προσβάσιμα κομμάτια στις όχθες του. Πολλές φορές περπατάμε για μεγάλο διάστημα κατά μήκος της κοίτης. Σε κάποια σημεία το νερό φτάνει και το μισό μέτρο. Στη ζέστη της μέρας, η δροσιά του είναι ανακουφιστική.

Σε κάθε περίπτωση η διαδρομή μας είναι ενδιαφέρουσα αφού κάθε φαράγγι είναι και ένα εργαστήριο φυσικής ιστορίας. Έχουμε την ευκαιρία να δούμε ένα τεράστιο νερόφιδο που μόλις πήρε το γεύμα του όπως δείχνει ο φουσκωμένος κορμός και οι αργές κινήσεις του, ένα ζευγάρι φρύνων στη στιγμή της γονιμοποίησης των ωαρίων, καβούρια, λιβελούλες, σταχτοσουσουράδες.

Μετά από άλλη μια ώρα στο νερό, φτάνουμε στο γεφύρι του Κορακονησίου. Είναι ένα μονότοξο πέτρινο γεφύρι που διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση. Σύμφωνα με την παράδοση, από εδώ περνούσε η αρχαία οδός Αμβρακία που ένωνε τη Θεσσαλία με την Ήπειρο. Εξυπηρετούσε την επικοινωνία του Μυρόφυλλου και του Πολυνερίου με τα Ελληνικά και το Μουζάκι και από εκεί με Τρίκαλα και Καρδίτσα. Η χρονολογία κατασκευής του είναι άγνωστη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα χτίστηκε τον 18 ο αιώνα. Το τόξο του έχει ύψος 6,3 μ. και άνοιγμα 9.2 μ. Το δεξιό βάθρο του θεμελιώθηκε σε βράχο και το αριστερό στην κοίτη του ποταμού, με πολύ μεγαλύτερη κλίση από το δεξιό. Τα στηθαία είναι καταστραμμένα αλλά παραμένουν κάποιες όρθιες πέτρες (αρκάδες). Το υλικό κατασκευής είναι ο ψαμμίτης. Το μήκος είναι 23,3 μ. και το πλάτος του καταστρώματος 2,2 μ.

Για την επιστροφή ακολουθήσαμε την αντίστροφη πορεία.

Αν θελήσετε να κάνετε την διαδρομή μας σας συμβουλεύουμε να έχετε:

  1. Μαγιό και αθλητικά παπούτσια για να περπατήσετε στην κοίτη του ποταμιού που είναι γεμάτη πέτρες.
  2. Αδιάβροχη συσκευασία για τον φωτογραφικό σας εξοπλισμό.
  3. Υπομονή για να συνεχίσετε λίγο μετά το γεφύρι και να συναντήσετε τον Αχελώο.
  4. Άφθονο νερό γιατί η υγρασία στο φαράγγι είναι αυξημένη και η εφίδρωση έντονη. Μην πίνετε νερό από το ποτάμι αφού αυτό περνά από κατοικημένες περιοχές.
  5. Κουράγιο για να βγάλετε την ανηφόρα της επιστροφής μέσα στον ήλιο και στη ζέστη.

Have your say