< <

Στο Μύτικα του Ολύμπου

Ο Όλυμπος δεν είναι απλά το ψηλότερο βουνό της χώρας μας αλλά και ένα σύμβολο με παγκόσμια σημασία. Δεν είναι μόνο μια πρόκληση ορειβατική, αλλά και ένας τόπος ανεπανάληπτης ομορφιάς. Ο μύθος του προσελκύει πλήθος ανθρώπων κάθε εθνικότητας και ηλικίας, ιδιαίτερα τους μήνες του καλοκαιριού που το βουνό δείχνει το ήπιο πρόσωπό του. Βέβαια αυτό δεν είναι πάντα σίγουρο,  καθώς το γεωγραφικό πλάτος και η άμεση επαφή των αλπικών κορυφών του με τη θάλασσα δημιουργούν συχνά τα μετεωρολογικά φαινόμενα που συνθλίβουν την ανθρώπινη υπεροψία και προκαλούν τρόμο, συμβάλλοντας στο μύθο του. Μύθος που έλκει την καταγωγή του από τον Όμηρο που τοποθέτησε την κατοικία των θεών στις απρόσιτες κορφές του. Στη πλαίσιο της θεοποίησης της φύσης, ύψιστος θεός έγινε ο Ζευς, εκφραστής των υπερφυσικών δυνάμεων του ουρανού. Δεν είναι τυχαία σπίτι του ο Όλυμπος, όρος αγέρωχο και πυρίπνοο στην παραφορά του, αλλά αμέσως μετά μειλίχιο, ακόμη και χαριτωμένο.

Το 1938, μεγάλο μέρος του βουνού (περίπου το 1/5) ανακηρύχτηκε Εθνικός Δρυμός (ο πρώτος της χώρας μας). Πρόκειται για έκταση 44.500 στρεμμάτων με όριο τις αλπικές κορφές που σχηματίζουν ένα πέταλο γύρω από την πυκνοδασωμένη χαράδρα του Μαυρόλογγου, το οροπέδιο των Μουσών και το φαράγγι του Ενιπέα. Το 1981μ η UNESCO χαρακτήρισε την περιοχή σαν Βιοσφαιρικό Απόθεμα.

Αυτή ακριβώς η περιοχή ήταν και ο στόχος της πρόσφατης εξόρμησής μας. Δύσκολη και κουραστική διαδρομή, αλλά σε κάθε περίπτωση άξιζε τον κόπο. Εκκίνηση από τη θέση «Γκορτσιά» και από το υψόμετρο των 1.120 μέτρων. Φαρδύ και σημαδεμένο το μονοπάτι που μετά από 6-7 ώρες οδηγεί στο καταφύγιο «Γιόσος Αποστολίδης» στα 2.750 μέτρα. Απαραίτητος ο εφοδιασμός με νερό αφού σε όλη τη διαδρομή δεν υπάρχει σταγόνα, ιδιαίτερα τον Αύγουστο. Το ασβεστολιθικό υπόβαθρο του βουνού στραγγίζει τα νερά που συναντούν αδιαπέραστα πετρώματα σε χαμηλότερα υψόμετρα και εκεί αναβλύζουν άφθονα τα νερά.

Οι μικροί μας ορειβάτες, Σοφοκλής Γιάννης και Βαγγελίνα με το κέφι και τον ενθουσιασμό τους μπαίνουν επικεφαλής της πορείας. Πυκνό δάσος από μαυρόπευκα μας προφυλάσσει από τον ήλιο. Ακολουθεί αμιγές δάσος οξιάς. Σκοτεινό και απόκοσμο, είναι το περίφημο «μονοπάτι της σιωπής». Πρώτη στάση στη θέση «Μπάρμπα», δεύτερη στον «Στράγγο» και τρίτη στην «Πετρόστρουγγα». Είμαστε πια στα 2.000 μέτρα. Το δάσος αραιώνει και μένουν μόνο τα ρόμπολα, αυτό το μοναδικό είδος πεύκου που φυτρώνει μέχρι τα 2.200 μέτρα, ψηλότερα από κάθε άλλο. Γιγάντια δέντρα ηλικίας μέχρι πεντακοσίων χρόνων, σημαδεμένα από θύελλες και κεραυνούς.

Βγαίνοντας πια στο ξέφωτο έχουμε δεξιά μας πανοραμική άποψη των ακτών της Πιερίας και αριστερά την κορυφογραμμή της Σκούρτας (2.485 μ) όπου φτάνουμε μετά από συνολική πορεία πέντε ωρών. Από εδώ και πέρα το τοπίο αλλάζει, γίνεται άγριο, επιβλητικό, μοναδικό. Στο βάθος το Στεφάνι (Θρόνος του Δία 2.909 μ)  και ο Μύτικας (2.918 μ), δεξιά ο Προφήτης Ηλίας (2.803 μ). Ένα στενό πέρασμα, ο «Λαιμός» μας χωρίζει από το οροπέδιο των Μουσών. Κατηφορίζουμε αρχικά, ανεβαίνουμε στη συνέχεια μέχρι το «πέρασμα του Γιόσου». Από εδώ και πέρα ξεκινά ένα μεγάλο οροπέδιο, γλυκιά αντίθεση στον επιβλητικό πέτρινο γίγαντα που το περιβάλλει.

Κουρασμένοι και διψασμένοι φτάνουμε στο καταφύγιο (το ψηλότερο της Ελλάδας) όπου θα διανυκτερεύσουμε. Ανακαινισμένο και φιλόξενο, δεσπόζει στο διάσελο ανάμεσα σε Στεφάνι και Προφήτη Ηλία. Σε μικρή απόσταση βορειότερα, ένα μονοπάτι οδηγεί στο βάραθρο πάνω από τα «Καζάνια». Απίστευτοι γκρεμοί βάθος 450 μέτρων χάσκουν κάτω από τα πόδια μας. Κατά τις θερμές ώρες της ημέρας ανοδικά ρεύματα ξεκινούν από τον πάτο των «Καζανιών» και σκεπάζουν τις κορφές μέσα σε δευτερόλεπτα.

Το πρωινό της Κυριακής ξεκινάει με σύντομη ανάβαση στον Προφήτη Ηλία για να θαυμάσουμε την ανατολή πάνω από το Αιγαίο. Και η πορεία συνεχίζεται με κατεύθυνση το Στεφάνι και τον Μύτικα, σε στενό μονοπάτι που σέρνεται πάνω από τους γκρεμούς. Είμαστε στα περίφημα «Ζωνάρια», πτυχώσεις – υπολείμματα της διάβρωσης των κορυφών, που ζώνουν το βουνό. Ένας πίσω από τον άλλο και με προσοχή περνάμε τα δύσκολα σημεία χωρίς να παραλείπουμε να φωτογραφίζουμε το απίστευτο τοπίο. Πάνω από τα κεφάλια μας σαν πέτρινες βελόνες ορθώνονται τα βράχια, απόκρημνα μέχρι τα σύννεφα. Εδώ, σε αυτό το βασίλειο της πέτρας συναντάμε μερικά από τα σπανιότερα αγριολούλουδα. Γιατί ο Όλυμπος είναι ένας βοτανικός παράδεισος καθώς αριθμεί πάνω από 1700 διαφορετικά είδη, 24 από τα οποία είναι ενδημικά. Γύρω στα βράχια φωλιάζουν μεγάλα αρπακτικά όπως ο Χρυσαετός και το Σαΐνη, ενώ εξαφανίστηκαν πλέον ο Γυπαετός και ο Μαυρόγυπας.

Αφήνουμε δεξιά το μονοπάτι που οδηγεί στο Στεφάνι, την πιο δύσκολη κορφή του βουνού που κατακτήθηκε μόλις το 1921 από τον Ελβετό Marcel Kurz και τον Χρήστο Κάκαλο, έναν κυνηγό αγριοκάτσικων από το Λιτόχωρο. Αυτός ήταν που οδήγησε τους Ελβετούς Frederic Boissonas (διάσημο φωτογράφο) και Daniel Boud-Bovy (συγγραφέα) στον Μύτικα στις 2-8-1913, στην πρώτη καταγεγραμμένη ανάβαση της κορυφής.

Φτάνοντας στη βάση του Μύτικα κατηφορίζουμε σε μια ατέλειωτη στράτα έχοντας τώρα από πάνω μας τη Σκάλα (2.882 μ) και τις ενθουσιώδεις φωνές των ορειβατών που κινούνται από εκεί για Μύτικα. Στο τέλος των «Ζωναριών» συναντάμε το μονοπάτι που ξεκινώντας από το καταφύγιο «Σπήλιος Αγαπητός» περνά από τη Σκάλα και καταλήγει στο Σκολιό (2.911 μ) τη δεύτερη σε ύψος κορφή του Ολύμπου. Σύντομα φτάνουμε στο καταφύγιο, το μεγαλύτερο των βουνών μας, που παραμένει ανοικτό μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου. Χτισμένο στη θέση «Μπαλκόνι» στα 2.100 μέτρα υποδέχεται πλήθος ανθρώπων που ξεκινούν από τη θέση «Πριόνια», 1.000 μέτρα χαμηλότερα. Εδώ κάνουμε μια στάση για φαγητό και ξεκούραση, για να πάρουμε αργότερα την κατηφόρα που θα μας οδηγήσει στο σημείο της επιστροφής.

Have your say