< <

Στις Πιερίδες Μούσες

Την παραμονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου αλλά και την επόμενη που ανταλλάσουμε τις ευχές της διπλής γιορτής (χρόνια πολλά, χρόνια καλά) βρεθήκαμε σε έναν άλλον κόσμο… Απέναντι από τον “οίκο” του Δωδεκάθεου.

Γίναμε κοινωνοί   ενός τόπου που στο ένδοξο παρελθόν του, οι Μούσες συνόδευαν τα βήματα των ανθρώπων. Σε συνεργασία με τους Θεούς όριζαν την μοίρα των θνητών. Το πρωινό της Κυριακής μας βρήκε στον δρόμο που περνάει δίπλα από την λίμνη του Ιλαρίωνα, θαυμάζοντας το μοναστήρι του, το οποίο δεσπόζει στην κορυφή του βράχου, καταμεσής πλέον της νεοσύστατης λίμνης που σχηματίζουν τα νερά του Βενέτικου.

Σε λίγη ώρα γινόμασταν μάρτυρες μιας γαμήλιας γιορτής της φύσης όπου οι ανθισμένες Ροδακινιές του Βελβενδού ήταν ντυμένες στα νυφικά ρόζ, περιμένοντας τους επικονιαστές για να τις γονιμοποιήσουν και σε λίγους μήνες να “γεννήσουν” τους δικούς τους καρπούς. Όλα γύρω πεντακάθαρα. Στο “Μετόχι” της Αγίας Τριάδας είχαν βάλει σκούπα. Το κάναμε ορμητήριο. Ήπιο το τοπίο, ήσυχοι και εργατικοί οι κάτοικοι. Πρόσχαροι άνθρωποί μας έδιναν τις απαραίτητες πληροφορίες.

Είχε μεσημεριάσει πλέον όταν ακολουθήσαμε την ανάντη του ρέματος του Αγίου Νικολάου, καταπονώντας συνειδητά και από νωρίς τα κορμιά μας προτιμήσαμε το “Κοφτό” και όχι το “Βατό” μονοπάτι, προκειμένου να κερδίσουμε χρόνο, έτσι ώστε να επαρκέσει το φέγγος της ημέρας και να μας συνοδέψει μέχρι την μακρινή κορυφή του στόχου μας. Είχαμε μεγάλο και δύσκολο δρόμο. Στους ανηφορικούς και δύσκολους ελιγμούς του άρτια σηματοδοτημένου μονοπατιού η ανάσα έγινε βαριά… Αναζητούσαμε οξυγόνο (λες και ήταν λίγο στον αέρα του βουνού) για να γεμίσουμε τα πνευμόνια μας. Αφήναμε πίσω μας πότε το βελανιδόδασος και άλλοτε πάλι λίθινα ερείπια παμπάλαιων κατασκευών, ώσπου να προσεγγίσουμε το πευκόδασος. Σε λιγότερο χρόνο από τρεις ώρες βρεθήκαμε από τα 520 μέτρα της αφετηρίας μας, στα 1.540 μέτρα του Καταφυγίου, στο οποίο μας υποδέχτηκαν εγκάρδια και φιλόξενα Θεσσαλονικείς και Κοζανίτες ορειβάτες.

Ξεπεζέψαμε τον βαρύ εξοπλισμό και εφόσον ανασυγκροτηθήκαμε, αμέσως και χωρίς δεύτερη σκέψη, ξεκινήσαμε με οδηγό τον διαχειριστή του Καταφυγίου Ιορδάνη Τενεκλίδη, για την τελική ορειβατική διαδρομή που θα μας οδηγούσε στην κορυφή του βουνού. Στα πρώτα βήματα και αμέσως πίσω από το Καταφύγιο, στην απέναντι πλευρά του βουνού ξεπρόβαλε το χωριό που οι πληροφορίες λένε ότι το δημιούργησαν οικογένειες από Τρίκαλα και Γρεβενά, κυνηγημένες από την πατρώα γη από το καθεστώς του Σουλτάνου κατά την Οθωμανική Κατοχή.

Το Καταφύγι , η πατρίδα εκείνου του πολυτάραχου προσώπου που γνώρισε ο Νίκος Καζαντζάκης όταν είχε αποφασίσει να ασκητέψει το 1915 στο Άγιο Όρος ενώ πρωτύτερα είχε κάνει ένα χωριό παιδιά με δυο γυναίκες που παντρεύτηκε, “λύνοντας” κατά την εποχή του, και το δημογραφικό πρόβλημα. Μεταξύ των δυο αντρών αναπτύχθηκε δυνατή φιλία η οποία ήταν η αιτία να γράψει ο λογοτέχνης τον “Βίο και την πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” που η μοίρα το έφερε να ταφεί το 1941 στα Σκόπια, όπου ακόμα υπάρχει ο τάφος του.

Οι ζωντανοί Μύθοι μας ακολουθούν παντού στο βουνό.

Αφήνουμε αριστερά μας το χωριό και οδεύουμε προς το διάσελο του βουνού όπου βρίσκουμε πιο βατή πρόσβαση. Πάνω στο χιόνι πλέον διασχίζουμε το καμένο δάσος και ελισσόμαστε, κερδίζοντας συνεχώς ύψος, στην πλαγιά όπου μοιάζει με την βεράντα της λίμνης Πολυφύτου/Σερβίων. Σε λίγο φτάνουμε στη ράχη του διάσελου όπου ενώ αποκτήσαμε μια απίθανη (λόγω και της καθαρότητας του ορίζοντα) θέαση του Όλυμπου που γέμιζε τα μάτια μας με τον λευκό του όγκο, ωστόσο ένας δαιμονισμένος και παγερός αέρας έφερνε το ρίγος στο κορμί μας. Τα άρβυλά μας αφήνουν βαθιά ίχνη στο παρθένο χιόνι ως την κορυφή. Φλάμπουρο Πιερίων στα 2.188 μέτρα. Εδώ αφήνουμε το στίγμα του Συλλόγου μας στο βιβλίο κορυφής.

Είμαστε σε σημείο όπου ένα γύρισμα των ματιών, στον ορίζοντα, είναι αρκετό για να αντικρίσουμε το Συνιάτσικο, κάτω την λίμνη που λαμπιρίζει στο τελευταίο φως της ημέρας, τον ήλιο να δύει και το φεγγάρι να ανατέλλει. Η κατάβαση, έγινε από άλλον τόπο. Από τον απότομο. Εδώ το χιόνι είναι παγωμένο, αλλάζουμε τα βήματα, με όρθια στάση του κορμιού, μπήγοντας τα τακούνια των αρβυλών για να σπάσουμε την παγωμένη κρούστα του χιονιού.  Ούτε τον μισό χρόνο από εκείνον που ανεβήκαμε δεν χρειαστήκαμε για να κατεβούμε. Από το Αλπικό σημείο του βουνού με μιας φτάσαμε στο κάτω δάσος και από ΄κεί με φακούς κεφαλής πλέον, γιατί το σκοτάδι πύκνωσε, ανιχνεύοντας πλέον το μονοπάτι καταλήξαμε μετά από οχτώ ωρών συνεχόμενης πορείας και πάλι στο Καταφύγιο της “Λαγομάνας”.

Μας περίμενε ζεστή μανιταρόσουπα και φασολάδα αλλά και μακαρονάδα. Στη συνέχεια πιάσαμε τα τραγούδια και μετά μας ανέλαβε ο Ύπνος. (Η επιστροφή της άλλης μέρας έγινε από το “Φαράγγι του Σκεπασμένου” για τις καλλονές του οποίου αν ξεκινούσαμε να μιλάμε θα χρειαζόμασταν άλλον τόσο χώρο).

Flaburo14_KatafigioEOSkozanis Flaburo37 Flaburo44 Flaburo58_FaraggiSkepasmenou Flaburo64_FaraggiSkepasmenou

Have your say