< <

Στην Κοιμωμένη των Αγράφων

Συναντηθήκαμε στον Σταθμό του τρένου και από εκεί τραβήξαμε για Καρδίτσα. Στη Ραχούλα στρίψαμε δεξιά προς το Παλιοζογλόπι., τον μικρό οικισμό που είναι κρυμμένος μέσα στα καταπράσινα έλατα και από εκεί στο δασικό χωριό. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 950 μέτρα, στη μεγαλοπρέπεια του φυσικού τοπίου, ιδανικού για ξεκούραση-αναψυχή.

Το εντυπωσιακό δάσος του Καροπλεσίου σε μαγεύει. Αποτελούσε πάντα πόλο έλξης όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των μυθολογικών Νυμφών. Αυτόν τον τόπο διάλεγαν να στήσουν τον χορό τους οι Νεράιδες. Οι “Δρυάδες”, όλες ανθρωπόμορφες ιδέες των θροϊσμάτων των φύλλων και των νερών της περιοχής, ερωτικές παρέες των Ολύμπιων Θεών. Η Ερατώ, η Τιθορέα, η Φιγαλία, η Ευρυδίκη πότε στο ξέφρενο τρεχαλητό μέσα στα ρέματα με τα δροσερά νερά και πότε πίσω από τις φυλλωσιές της Δρυός, της Καστανιάς, της Καρυδιάς, της Οξιάς και του Πλάτανου, να λικνίζουν το λυγερό κορμί τους στους ήχους της φλογέρας και της άρπας του Απόλλωνα.

Αφήσαμε τα αμάξια μας σε αυτό το σημείο, αλλάξαμε την καλημέρα μας με τον υλοτόμο και διαχειριστή του δασικού χωριού, τραβώντας για τον προορισμό μας. Με συνεχείς ελιγμούς και κάτω από την σκιά πανύψηλων δέντρων ακολουθούμε το σηματοδοτημένο μονοπάτι. Διασχίζουμε το δάσος συνεχώς ανεβαίνοντας στην πρωινή δροσιά και μετά από λίγη ώρα φτάνουμε στην τελευταία βρύση -ποτίστρα  ζώων, πάνω από τον δρόμο.

Μια γλυκιά λιχουδιά αποξηραμένου σύκου έφτιαξε το στόμα μας. Ξεδιψάσαμε από το δροσερό νερό, γεμίσαμε τα παγούρια, ανασυνταχτήκαμε. Ξαναβαδίζουμε κάτω από κέδρους αιωνόβιους, το μονοπάτι ελίσσεται αριστερά της κατάντης ενός άνυδρου ρέματος και σε λιγότερο από δεκάλεπτο βγάζει στο αλπικό σημείο του βουνού. Η πρώτη κορυφή υψώνεται μπροστά μας. Πέτρα παντού. Η κλίση του βουνού αλλάζει. Αρχίζουν τα δύσκολα.

Η ομάδα από εδώ και μπρος αρχίζει να ξεμακραίνει.…Οι γρήγοροι μπροστά, εκείνοι που δεν έχουν την φυσική κατάσταση των πρώτων λίγο πιο πίσω. Είναι μια συνεχής ανηφόρα που ξεκινάει από τα 1.350 μέτρα και φτάνει στα 1.700 μέτρα στον λαιμό του βουνού. Φτάνουμε μετά από εικοσάλεπτη ορειβασία…. Το τοπίο ανεπανάληπτο. Έχουμε κάτω από τα πόδια μας σχεδόν ολόκληρη την λίμνη του Μέγδοβα (Πλαστήρα), βρισκόμαστε πίσω από τον τοίχο του φράγματος.

Στάση για να συντονιστούμε εκ νέου. Οι περισσότεροι φωτογραφίζουμε την λίμνη. Το τοπίο διατηρεί την ατμόσφαιρά του, το σώμα του ορεινού όγκου ακουμπάει στην άκρη της λίμνης. Από τις βουνοκορφές που την περιτριγυρίζουν, τα μάτια μας κατηφορίζουν γλιστρώντας απαλά ανάμεσα στις κορυφές των ελάτων, για να φτάσουν στις χρωματιστές βελανιδιές και τις καστανιές στην παραλίμνια περιοχή.

Ο ήλιος είναι πλέον ενοχλητικός …Ανεβαίνουμε συνεχώς και σε πιο δύσκολη ανηφόρα…Το στόμα μας κολλάει, ζητάει νερό.  Στο πέρασμά μας βρίσκουμε μερικά κλωναράκια ξερό τσάι. Δεξιά μας έχουμε την λίμνη και αριστερά μας  την Σβώνη.Οι σφυγμοί ανεβαίνουν, τα πόδια μας γίνονται “εκατό κιλά”. Σε λίγη ώρα φτάνουμε στην κορυφογραμμή και από δω και πέρα τα πράγματα γίνονται ευκολότερα μεν αλλά ριψοκίνδυνα.

Περπατάμε την μακριά ράχη, τα βήματά μας πατάνε πάνω σε ψηλό ξερό χορτάρι και σε καμιά τριακοσαριά μέτρα συναντάμε την πρώτη δυσκολία. Ένας λαιμός του βουνού που μόλις και μετα-βίας χωράει ένα άτομο, δεξιά και αριστερά ίλιγγος.. Μόλις περνάμε την πρώτη αρχίζει μια δεύτερη που καταλήγει πάνω σε βράχο τον οποίο, για να τον ανεβείς, θα πρέπει να χρησιμοποιήσεις και τα χέρια. Απαραίτητη  προϋπόθεση είναι να ξεπεράσει κανείς την υψοφοβία. Στα επόμενα μέτρα βρισκόμαστε στην κορυφή όπου δεν υπάρχει υψομετρικό. Χτίσαμε με ξερολίθια έναν κούκο. Φωτογραφίζουμε την κατάκτηση της κορυφής και το γύρω τοπίο. Μπροστά μας το Φλιτζάνι, πίσω η Πλάκα, πιο πέρα το Βουτσικάκι, αριστερά μας η Νιάλα, η Σβώνη, βλέπουμε μέχρι και την Καράβα.

Παίρνουμε την κατηφόρα και όταν φτάνουμε και πάλι στο δασικό χωριό ήδη μας έχει βρει το απόγευμα… Καταλήγουμε στο αναψυκτήριο του οικισμού όπου βρίσκουμε τον Μήτσο που το πρωί υλοτομούσε. Αφήνουμε τα καταπονημένα κορμιά μας στις καρέκλες και ενώ γευόμαστε ένα απίθανο ηδύποτο από άγουρο καρύδι φτιαγμένο με τα χέρια του, ακούμε τον μύθο της περιοχής.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια μάνα που είχε πέντε γιούς… Οθωμανοί κατακτητές πήραν τον δεύτερο και τον τρίτο από τα παιδιά της που ήταν τα πιο ρωμαλέα και άφησαν σ’ εκείνη τον πρώτο και τα στερνοπαίδια. Στους γενίτσαρους που ήταν ο μεν δεύτερος, που ήταν και σημαδεμένος στο λαιμό, έλαβε το όνομα Μπορλέρ ο δε τρίτος το όνομα Ασμάν. Η μάνα έχασε κάθε επαφή με τα παιδιά που στο μεταξύ από γενίτσαροι έγιναν μεγάλοι και τρανοί πασάδες. Η μοίρα το ΄φερε να εμπλακούν σε πόλεμο με τα άλλα αδέλφια τους και να χάσουν την ζωή τους πάνω στα βουνά που φέρουν και το όνομά τους… Όταν έμαθε το κακό μαντάτο η μάνα τους πήρε τα βουνά και τα ρουμάνια για να ψάξει τα άψυχα κορμιά τους… Από τότε δεν ξαναγύρισε στο χωριό… Έμεινε ξαπλωμένη στη γη… Είναι η κοιμωμένη των Αγράφων… Εκεί βρεθήκαμε την περασμένη Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011…Πατούσαμε πάνω στη μύτη της.

5pirgi1 5pirgi2 5pirgi4 5pirgi9 5pirgi28

Have your say