< <

Σε στράτες ξεχασμένες

Δρόμος χωμάτινος στο φρύδι του βουνού. Στράτα καιρών αλλοτινών, αποτυπωμένων σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες που ξεθωριάζουν σε φτηνά οικογενειακά λευκώματα. Σκέπασε το χορτάρι τα πατήματα ανθρώπων και ζώων. Τριγύρω δάσος σκοτεινό σκαρφαλώνει μέχρι την κορφή του πέτρινου γίγαντα.

Να δρασκελίσουμε το διάσελο, να βγούμε από την άλλη πλευρά του βουνού, να συναντήσουμε την άσφαλτο, να βρούμε καταφύγιο στο γνωστό μας καφενείο.

Αφήνουμε το δασόδρομο για ένα μονοπάτι αδιόρατο, για τη γοητεία του αγνώστου. Ξεφλουδίζει η σάρκα του βουνού στο διάβα των αιώνων και γεμίζει την πλαγιά με λιθάρια. Σαν το μυρμήγκι ο άνθρωπος τα ξεδιάλεγε και έφτιαχνε με αυτά το καλύβι και το μαντρί του. Τα έβαζε στη σειρά και ιδού η στράτα του καθημερινού του μόχθου. Και πιο ψηλά στέριωσε εκκλησάκι ταπεινό για να εναποθέσει τις ελπίδες του. Θέριεψαν τα δέντρα στην απουσία του ανθρώπου και κυρίεψαν τα έργα του. Δύσκολα βρίσκουμε δρόμο στις λόχμες.

Η ομίχλη σκεπάζει δέντρα και βράχια, το δάσος ανασαίνει και η υγρασία διαπερνά τα ρούχα μας. Κόκκινοι αμανίτες ξεφυτρώνουν μέσα από το νοτισμένο χώμα. Δίπλα, πεσμένοι οι καρποί της καστανιάς, λεηλατημένοι από τους σιωπηλούς κατοίκους του δάσους. Στους θάμνους βρίσκουν καταφύγιο τα κυκλάμινα ενώ τα κολχικά παρατάσσονται στα ξέφωτα, σε μωβ σχηματισμούς.

Ένας ήλιος ανήμπορος να σπάσει τα δεσμά των νεφών στέλνει που και που σημεία ζωής. Το κίτρινο κρεσέντο του φθινοπώρου στα φύλλα της λεύκας και της καστανιάς. Όπως στα δάση των παραμυθιών….

Have your say