< <

Πρέσπες. Ο κόσμος της σιωπής

Υπάρχουν τόποι που πρέπει να είναι αραιή η παρουσία σου. Για να μην τους συνηθίσεις. Υπάρχουν τόποι που το παρελθόν μπλέκεται αξεδιάλυτα με το σήμερα. Και η μνήμη καίει, άκαυτη βάτος κατά τον ποιητή. Υπάρχουν τόποι που χαράζονται στην ψυχή σου και σε διαμορφώνουν με την καταλυτική τους παρουσία.

Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία μας επίσκεψη στις Πρέσπες. Όπως και τότε, στάση στο Γάββρο. Το έρημο χωριό της Καστοριάς με το σπουδαίο φωτογραφικό ενδιαφέρον. Οι πλίνθινοι τοίχοι ποτισμένοι από τη βροχή πήραν το χρώμα της σκουριάς. Μέσα από τα χαλάσματα ταξιδεύει η ομίχλη. Λιώνουν οι πλίνθοι σιγά – σιγά και επιστρέφουν στη γη. Σαπίζουν τα ξύλα και πέφτουν οι σκεπές. Τα παλιά αρχοντόσπιτα έγιναν στάβλοι και οι αυλές τους μαντριά. Πλήθος τα τσοπανόσκυλα, γεμίζει ο αέρας με τα αλυχτά τους. Είμαστε ανεπιθύμητοι σ’ αυτό το χώρο του θανάτου.

Ακολουθεί το Ανταρτικό. Το άλλοτε χωριό – φάντασμα προσπαθεί να ξαναγίνει ανθρώπινο. Με νέα σπίτια στη θέση των παλιών. Με ξενώνες και γιορτές για τους τουρίστες. Μα η ψυχή του η χαμένη είναι τα παλιά τα σπίτια, αυτά που γέμισαν με αγριόχορτα, αυτά που γερνούν και σωριάζονται στο δρόμο. Είναι τα παραθυρόφυλλα που μένουν κλειστά εδώ και δεκαετίες. Αυτά ποιος θα τα ζωντανέψει;

Ας ακολουθήσουμε τώρα το δρόμο για τις Πρέσπες. Στη θέση Περβάλι είναι το αγνάντι των λιμνών. Η πρώτη επαφή με τον παράξενο αυτό κόσμο. Που ακίνητος και άχρονος ταξιδεύει στους αιώνες. Εδώ ο τσάρος Σαμουήλ συναντά τους Βούλγαρους κομιτατζήδες και ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος τον Παύλο μελά. Κρύβονται στις οξιές της Σφήκας οι αντάρτες και οι μπόμπες σκάβουν βαθιά τη γη. Φεύγουν κοπάδια οι ντόπιοι περνώντας στην άλλη πλευρά. Μοραΐτες και Θεσσαλοί κατοικούν τώρα τα σπίτια τους. Και οι ψαράδες έγιναν αγρότες, το φασόλι έκανε σπάνιο το γριβάδι. Το καλάμι που στοιβάζεται στα χωράφια μετρά τις εποχές. Στον Άγιο Αχίλλειο τα σπίτια είναι πάντα δεκατρία και οι πελεκάνοι δεν έπαψαν να φωλιάζουν στους καλαμιώνες. Που θέριεψαν και απειλούν να καταπιούν τη λίμνη.

Σκαμπανεβάζει η πλωτή γέφυρα για το νησάκι κάτω από τα πόδια των επισκεπτών. Εδώ κανένας δεν φωνάζει, κανείς δεν απαιτεί. Υπάρχει η μαγεία που κάνει τον τουρίστα προσκυνητή.

Κάποιες πλάβες με σηκωμένη την πλώρη σκίζουν τα ακίνητα νερά. Και μετά, πάλι σιωπή. Και ψιλόβροχο.

Απόγευμα στους Ψαράδες. Δίπλα στη Μεγάλη Πρέσπα. Σκοτεινά νερά, γκρίζος ουρανός. Καπνός που μυρίζει καμένο κέδρο. Οι αγελάδες βηματίζουν νωθρά στα στενά ανάμεσα σε απομεινάρια πέτρινων σπιτιών. Μια γριούλα προσπαθεί να τις διώξει από την αυλή της. Κι όταν σκοτεινιάζει και φεύγει και το τελευταίο λεωφορείο με τους επισκέπτες της ημέρας, τα μαγαζιά αδειάζουν. Απομένουμε λίγες παρέες. Το κρύο μας κάνει να μπούμε νωρίς στην ταβέρνα για φαγητό. Και το κρασί φέρνει κουβέντα και οι κουβέντες θύμησες και ιστορίες. Έξω φυσά και ψιχαλίζει.

Ξημερώνει η Κυριακή. Μέρα του βουνού. Το Μάλε Μάδι, terra incognita για τον κόσμο της ορειβασίας. Νότια των Πρεσπών, πάνω από τη μεθοριακή Κρυσταλλοπηγή. Συγκεχυμένες οι πληροφορίες, αβέβαιη η διαδρομή. Γύρω μας πλήθος οι κορφές, κάτασπρες. Διαλέγουμε την ψηλότερη. Σκεπασμένη από την ομίχλη, απόμακρη. Και όπως αποδείχτηκε δύσκολη, αφού το χιόνι εναλλάσσεται με βράχια μυτερά, σε μια ανάβαση απότομη.

Τρεις ώρες κράτησε η προσπάθεια μέχρι την κορυφή. Ανταμοιβή μας η θέα η ακριβή στα γύρω ακριτικά βουνά. Το Τρικλάριο, το Βίτσι, το Βαρνούντα. Και ο ήλιος που σκόρπισε τα σύννεφα και φώτισε τις κόψεις τις απόκρημνες. Ένα μεγάλο πέταλο είναι το Μάλε Μάδι. Στο κέντρο του απλώνεται πανέμορφο οροπέδιο, κίτρινο από τους κρόκους. Που τώρα άνοιξαν τα πέταλα χαιρετίζοντας της Άνοιξης τον ήλιο. Όπως και τότε που μαίνονταν ο εμφύλιος και το αίμα χύνονταν ποτάμι σ’ αυτές τις πέτρες. Αίμα που στοίχειωσε τον τόπο και τον οδήγησε στη λήθη. Μα σήμερα καλοπερνάμε, είμαστε όλοι ευτυχείς, τέτοια θα λέμε τώρα;

Have your say