< <

Μαυροπούλι το χειμώνα

Πόσα διαφορετικά πρόσωπα μπορεί να έχει ένα βουνό, ανάλογα με την εποχή και τη διαδρομή που θα επιλέξουμε. Βουνά προσιτά σε όλους, βουνά συνηθισμένα, μπορούν να γίνουν δύσβατα, να αποκαλύψουν άγνωστες πτυχές τους, να δοκιμάσουν τις αντοχές μας, να μας εκπλήξουν, να μας μαγέψουν.

Το Μαυροπούλι με ψηλότερη κορφή στα 1721 μέτρα αποτελεί τη νοτιότερη απόληξη της Πίνδου. Υψώνεται πάνω από τα Στουρναρέικα από όπου ξεκινούν και οι πιο συνηθισμένες αναβάσεις. Εναλλακτικές πορείες  μπορούν να γίνουν από την ανατολική πλευρά, ακολουθώντας το διεθνές ορειβατικό μονοπάτι Ε4 (αρκεί να βρούμε τα αραιά σημάδια του) ή βαδίζοντας στους άπειρους χωματόδρομους και τα μονοπάτια που ζώνουν τις πλαγιές, με αφετηρία συνήθως τα χωριά Βροντερό, Καλόγηροι, Άγιος Προκόπιος. Επιλέξαμε για πρώτη φορά τη διαδρομή που ξεκινά από τους Καλόγηρους, έχοντας ακούσει γα την ομορφιά της αλλά και τη δυσκολία της, αφού απαιτούνται 3 – 4 ώρες ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.

Περνώντας από το κέντρο του χωριού, ακολουθούμε τον τσιμεντοστρωμένο ανηφορικό δρόμο που κινείται παράλληλα με το ρέμα. Πρόχειρα ξύλινα γεφυράκια ενώνουν τις όχθες του εξυπηρετώντας τις ανάγκες των κατοίκων. Στο τέρμα του δρόμου στρίβουμε αριστερά και σύντομα συναντάμε φαρδύ μονοπάτι δίπλα σε κανάλι ύδρευσης. Πολύ νερό που ξεχειλίζει και τρέχει στην πλαγιά. Ο ήχος του συνέχεια στ’ αυτιά μας μαζί με το τραγούδι του κότσυφα και τις απειλητικές κραυγές της κίσσας. Το ελατόδασος σφύζει από ζωή. Απλώθηκαν τα βρύα στους κορμούς, πρασίνισαν τις πέτρες και τα βράχια.

Βγαίνοντας στο δασόδρομο ψάχνουμε ξανά το μονοπάτι που κόβει δεξιά στο ρέμα. Καθόλου ευδιάκριτο, αφού δεν χρησιμοποιείται πλέον, τερματίζει σ’ ένα μικρό μαντρί. Κι ενώ ανησυχούμε από τα γαυγίσματα σκυλιών, προβάλλει από το πουθενά μια γριούλα απορώντας με την παρουσία μας τόσο, όσο και εμείς με τη δική της. Πρόθυμη να κεράσει ένα τσίπουρο, να ζήσει την ανθρώπινη παρουσία, μετά από πόσο καιρό άραγε σ’ αυτή την ερημιά; Δεν καταλάβαμε το λόγο που έμενε μέσα στο χειμώνα τόσο μακριά από το χωριό παρέα με τις λίγες κότες της, αλλά και ούτε αυτή κατάλαβε γιατί επιμέναμε να ανεβούμε στην κορφή παρά τις προειδοποιήσεις της για το μεγάλο ύψος του χιονιού. Επέμενε να ξαναβρεθούμε την άνοιξη!

Από εδώ και πάνω το βουνό αποκτά άλλη όψη, αφού το χιόνι κάνει έντονη την παρουσία του. Λίγο στην αρχή, περισσότερο στη συνέχεια. Μονοπάτι τώρα βέβαια δεν φαίνεται, έτσι προσπαθούμε να κινούμαστε κοντά στα δέντρα, όπου το χιόνι είναι λιγότερο. Εναλλασσόμαστε στην κεφαλή της πολυάριθμης ομάδας, ώστε να παίρνουμε ανάσες στη δύσκολη προσπάθεια του να ανοίγουμε πέρασμα σε χιόνι που ξεπερνά το ένα μέτρο.

Μετά από κοπιαστική πορεία φτάνουμε στην κορυφογραμμή πάνω από το βαθύ γκρεμό με μέτωπο στα Στουρναρέικα. Από εδώ πρέπει να κινηθούμε βορειότερα για τις ψηλότερες κορφές και να κρατιόμαστε όσο γίνεται στην άκρη του βουνού για να αποφεύγουμε να βουλιάζουμε στο χιόνι μέχρι τη μέση. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, αφού η πλαγιά κόβεται απότομα αριστερά μας.

Πορεία στο φρύδι του βουνού, πανηγύρι των αισθήσεων. Μια λευκή έρημος και μόνο τα σημάδια των βημάτων μας που τρυπούν το χιόνι και σκάβουν βαθύ αυλάκι που προχωρά και προχωρά για να διασταυρώσει τα ίχνη τα ανεπαίσθητα της αλεπούς και τα βαθιά χαράγματα των ελαφιών που πέρασαν κι εξαφανίστηκαν.

Χρειάστηκε πορεία τεσσάρων και μισής ώρας για να φτάσουμε στην κορφή και πολύς ιδρώτας για να μπορέσουμε να απολαύσουμε από εδώ ψηλά το αλπικό τοπίο των Αγράφων και της Πίνδου.

Επιστρέψαμε περισσότερο κουτρουβαλώντας στις χιονισμένες πλαγιές και λιγότερο βαδίζοντας.

Have your say