< <

Κόζιακας – κορυφή Τσόκι Παπαδιάς (1.526 μ.)

H 10η Απριλίου έφερε μαζί της ένα ανοιξιάτικο πρωινό από αυτά που φτιάχνουν την διάθεση του κόσμου. Ξημέρωσε μια Κυριακή αλλιώτικη από τις άλλες… Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός της πόλης έγινε “μάρτυρας” μιας πρωτοφανούς κοσμοσυρροής που οφείλονταν και στο γεγονός της έναρξης νέου τμήματος του Συλλόγου που ασχολείται με το rafting .  Δεκάδες μέλη και φίλοι συναντηθήκαμε στον γνωστό τόπο. Ένα σμάρι νέων ανθρώπων με την χαρά ζωγραφισμένη στα νεανικά τους πρόσωπα, αντάλλαξαν την καλημέρα μεταξύ τους, ζήτησαν να γνωριστούν μαζί μας, έδωσαν συγχαρητήρια στην πρωτοβουλία του Συλλόγου και προσωπικά στη συντονίστρια του rafting και έφυγαν με μεγάλη όρεξη για το σκοπό τους. Αφετηρία τους η Μηλιά Ασπροποτάμου. Θα κωπηλατούσαν στον άνω ρου του Αχελώου, στην κατάντη του Άσπρου μέχρι τη Γέφυρα Αλεξίου.

Οι οπαδοί της ορειβασίας ξεκινήσαμε για την Ελάτη. Εκεί θα βρίσκαμε τον συνοδοιπόρο-οδηγό της εξόρμησης στη Δυτική πλευρά του Κόζιακα. Ο Νίκος που είναι γέννημα-θρέμμα της Ελάτης με καλή ορειβατική κατάρτιση και γνώστης της τοπικής γεωγραφίας ανέλαβε να μας οδηγήσει μέσα από τα μονοπάτια του Βουνού που ήταν ο βοτανότοπος, το “Φαρμακείο”, του θεού Ασκληπιού. Η συνάντησή μας έγινε στο κέντρο του χωριού στα 908 μέτρα.  Το Τσόκι που σκοπεύαμε στα 1.526 μέτρα. Είχαμε να διανύσουμε 618 μέτρα υψομετρική διαφορά σε απόσταση 3,5 χιλιομέτρων. Δηλαδή μια βατή διαδρομή που δεν είχε ιδιαίτερη δυσκολία.

Ξεκινώντας από το ύψος του Πρατηρίου Υγρών Καυσίμων περπατάμε στον απέναντι ανηφορικό ασφαλτόδρομο που περνάει δίπλα από ένα οικιστικό σύνολο καλοκατασκευασμένων πέτρινων σπιτιών-ξενοδοχείων και φτάνει μέχρι τον δασόδρομο. Αφήνουμε τον δασικό δρόμο και μπαίνουμε σε μονοπάτι καλά σηματοδοτημένο. Τα καγκέλια του μονοπατιού ανηφορίζουν ενώ στην πρωινή ησυχία ακούγονται οι κρωγμοί της κίσσας. Στο πρώτο μισάωρο της διαδρομής μέσα σε αραιό ελατόδασος φτάνουμε σε βράχο (1.047 μ.) που μοιάζει με πέτρινη βεράντα της Ελάτης. Από εδώ βλέπουμε το χωριό σαν από εξώστη κινηματογράφου. Απέναντι αντικρίζουμε το Μαυροπούλι του οποίου τα χιόνια έλιωσαν, πίσω του και δεξιά την χιονισμένη Λουπάτα και δεξιότερα απλώνεται επίσης η λευκή ράχη της Μπουντούρας.

Αυτός ο φυσικός εξώστης μας δέχτηκε για μια δεκάλεπτη ξεκούραση. Φωτογραφίες, καλαμπούρι και συνεχίζουμε. Το μονοπάτι στριφογυρίζει πάντα μέσα στα έλατα που ευωδιάζουν ρετσίνι. Γεμίζουν τα πνευμόνια πεντακάθαρο και ευωδιαστό οξυγόνο. Σε λίγη ώρα φτάνουμε σε πλατώματα που μοιάζουν με βοσκοτόπια. Την υποψία μας την επιβεβαιώσαμε στα πρώτα διακόσια μέτρα όπου βρήκαμε ένα μεγάλο βουστάσιο χτισμένο με τσιμεντόλιθα και στη σκεπή γαλβανισμένες λαμαρίνες. Αφήνουμε αυτήν την ασύμβατη, με το περιβάλλον, κατασκευή πίσω και δεξιά και παίρνουμε τον αριστερό κλάδο του μονοπατιού που μας οδηγεί στο ξέφωτο που με το όνομα Τσουκνίδα. Με ανατολική κατεύθυνση και εφόσον ανηφορίζουμε μέσα από στενά περάσματα που μοιάζουν με ορεινές πόρτες βρίσκουμε συχνά εμπόδια από τα πεσμένα έλατα. Ο Νίκος έχει μαζί του μέχρι και κλαδευτήρι και κόβει τα κλαδιά από τα πεσμένα έλατα που εμποδίζουν το πέρασμα.

Σε λίγη ώρα πέφτουμε πάλι πάνω στον δασικό δρόμο και τον ακολουθούμε αφήνοντας δεξιά μας το μονοπάτι που οδηγεί στη βρύση Μπέη. Εδώ το υψόμετρο είναι στα 1.318 μέτρα που σημαίνει ότι έχουμε κάνει τα δυο τρίτα της υψομετρικής διαφοράς.  Τα πεσμένα έλατα κάνουν απροσπέλαστο τον δασικό δρόμο στα αυτοκίνητα και η ομάδα μας συχνά δρασκελίζει πάνω από αυτά. Ο δρόμος σε αυτό το σημείο ελίσσεται σαν φίδι και μας ανεβάζει σε ένα πλάτωμα, στη γούβα της Παπαδιάς. Φτάσαμε πλέον στην περιοχή της, η κορυφή από εδώ είναι κοντά. Μονοπάτι ενός δεκάλεπτου. Το ανεβαίνουμε με την περιέργεια του πρωτάρη, για εκείνα που θα αντικρύσουμε από την απέναντι πλευρά του βουνού.

Κόζιακας, η μακρύτερη βεράντα του Θεσσαλικού κάμπου. Βρισκόμαστε στο υψομετρικό σημάδι που καταγράφει 1.526 μέτρα. Μια κορυφή που δύσκολα προσεγγίζεται από την ανατολική της πλευρά. Από δω πάνω αγναντεύουμε το βουνό του δωδεκάθεου σκεπασμένο με το χειμωνιάτικο ρούχο. Λευκό, επιβλητικό, ασκεί μια γοητεία πάνω μας. Είναι εκεί και μας περιμένει. Ο Όλυμπος…ένας και μοναδικός. Η αχλή της ημέρας μας εμποδίζει να  δούμε καθαρά την πόλη των Τρικάλων, βλέπουμε μόνο τους υαλοπίνακες, τις τζαμαρίες, αντικατοπτρίζεται πάνω τους ο μεσημβρινός ήλιος. Ακόμα και η λίμνη του Πλαστήρα δεξιότερα φαίνεται σαν ένας τεράστιος καθρέφτης. Από κάτω μια μινιατούρα της λίμνης Πλαστήρα, εκείνη του χωριού Αγίου Βησσαρίωνα… Ο λαμπερός και ζεστός ήλιος ανεβάζει την θερμοκρασία της ημέρας. Βγάζουμε τα ιδρωμένα ανοιξιάτικα πανωφόρια μας και βάζουμε τα καλοκαιρινά … κοντομάνικα πλέον. Λίγο νερό, μια μπουκιά…Βγάζουμε αναμνηστικές φωτογραφίες και αφήνουμε την κορυφή τραβώντας δεξιά … Περνάμε κάτω από το “Ψηλό” αντικρίζουμε τον Κοκκινόβραχο που τελικά μαθαίνουμε ότι είναι τρεις και όχι ένας. Φτάνουμε και πάλι στον δασικό δρόμο, πορευόμαστε Βορειοδυτικά και στο επόμενο τέταρτο της ώρας βρισκόμαστε πάνω από ένα ρέμα, στη θέση “Κανάλια” και στα 1.476 μέτρα.

Στάση για νερό και κολατσιό. Η Ιφιγένεια που είναι ο Βενιαμίν της παρέας καθότι δεν έχει κλείσει καν την πρώτη δεκαετία της ζωής της, μαζί με τον αδελφό της Στάθη θέλουν να μάθουν για αυτά τα μωβ λουλούδια που βλέπουν στο έδαφος. Υπάρχουν παντού κρόκοι. Είκοσι λεπτά ξεκούραση και ξεκινάμε για την κατηφορική επιστροφή.

Τώρα πλέον διασχίζουμε το βουνό περπατώντας στην αριστερή πλευρά του ρέματος. Το μονοπάτι κατηφορίζει απότομα. Στα απόσκια του βουνού βρίσκουμε ακόμα λίγο χιόνι, πατάμε πάνω του και βρισκόμαστε μπροστά σε στενό πέρασμα (γνωστό στους ντόπιους ως “Θύρα” στα 1.316 μέτρα) που χωράει να περάσει ένας άνθρωπος και με την βοήθεια των χεριών του. Διαβαίνοντας την θύρα βλέπουμε απέναντι το χωριό Βροντερό…Έχουμε και πάλι οπτική επαφή με σημεία του χωριού της Ελάτης ή Τύρνας…Περνάμε κάτω από ένα φυσικό λάξευμα του βράχου. Το ωραιότερο σημείο της διαδρομής. Μοιάζει με φυσικό σκέπαστρο.

Κατηφορίζουμε συνεχώς φτάνοντας σε ένα πλάτωμα γεμάτο ξερή φτέρη. Δίπλα από το μονοπάτι και πάνω στη φτέρη ένα παγωμένο και νωθρό φίδι λιάζεται. Γίνεται αντικείμενο συζητήσεων και “μοντέλο” για τις φωτογραφικές μηχανές… Ξαναπέφτουμε πάνω στο βουστάσιο που αφήσαμε πίσω μας στην άνοδο και στο επόμενο εικοσάλεπτο βρισκόμαστε και πάλι από κει που ξεκινήσαμε πριν 3,5 ώρες. Διανύσαμε μια απόσταση 6,5 χιλιομέτρων στον γειτονικό και “φιλικό” Κόζιακα. Μιλήσαμε για την εμπειρία μας κατά την ώρα της γλυκιάς χαλάρωσης σε “Kαφέ” της Ελάτης.

Have your say