< <

Καρατζούνη

Όταν βρίσκεσαι ψηλά, στα 1700 μέτρα και γύρω σου ολόλευκες χορεύουν των Αγράφων οι κορφές, όταν απλώνοντας τα χέρια σου θαρρείς θα πιάσεις τη δαντέλα των Τζουμέρκων. Όταν μακριά, πίσω από το δέος του Ολύμπου σου δείχνουν έναν άσπρο κώνο και σου λένε “Να και ο Άθως”.

Έ τότε, χαλάλι η κούραση της πολύωρης ανάβασης, η πάλη με το χιόνι, τα μουσκεμένα στον ιδρώτα ρούχα σου. Χαλάλι και η Κυριακή, το μεσημεριάτικο τραπέζι, η ρέμβη του απογεύματος. Εδώ ψηλά, ο παγωμένος αέρας σφυρίζει στα αυτιά σου και σε αναγκάζει να κατέβεις χαμηλότερα για να απαγκιάσεις. Λιτό και σύντομο το γεύμα σου, τα χέρια κοκαλώνουν έξω από τα γάντια σου.

Και οι φωτογραφίες. Πώς να αποδώσουν τη χαρά σου που για άλλη μια φορά πέταξες κοντά στα σύννεφα. Πάνω από την ομίχλη που σκεπάζει την πόλη σου, ελεύθερος κι ανάλαφρος σαν πούπουλο. Πόσες η ζωή σου ορίζει τέτοιες Κυριακές; Και στο κατέβασμα παίζεις με το χιόνι γλιστρώντας την πλαγιά, βαθιά σημάδια αφήνοντας στο άσπρο. Όσο πιο έντονα μπορείς τα σημάδια της παρουσίας σου, που θα λιώσει ο ήλιος ή θα καλύψει το επόμενο χιόνι.
Κι όταν επιστρέψεις στην αφετηρία σου, στρέφεις και βλέπεις την κορφή, απόμακρη κι απρόσιτη. Κι όπως πάντα αναρωτιέσαι: Μα είναι δυνατόν;

Have your say