< <

Η μεγάλη διάσχιση των Αγράφων

Από τότε που ο άνθρωπος έκανε τα πρώτα του ταξίδια παρατηρώντας τα τοπία γύρω του προσπαθεί να καταλάβει και περιμένει να του αφηγηθούν ιστορίες.  Ιστορίες παλιές και μύθους, που συγκινούν και αγγίζουν βαθιά τη ψυχή.

Από το μικρό Αργιθεάτικο χωριό, το Φουντωτό ξεκινά και η δική μας διαδρομή για να φτάσει διασχίζοντας πλαγιές – ράχες – ρεματιές και ιστορικά μονοπάτια ως τα Επινιανά των Αγράφων.

Το πρωινό του Σαββάτου μας βρίσκει να ξεκινάμε την πορεία μας προς τα νότια και με κατεύθυνση στην αρχή την καταπράσινη πλαγιά της Αφορισμένης.  Εκεί η παράδοση λέει πως ο Κοσμάς ο Αιτωλός κατά το 1777 περίπου αφόρισε τον τόπο αυτό επειδή οι τσοπάνηδες άφησαν τα σκυλιά τους να ορμίσουν στον «άγνωστο» ρασοφόρο.  Τώρα δε βόσκουν πρόβατα και γίδια, παρά  μόνο κάπου κάπου μικρά και λιγοστά κοπάδια.

Με την πρωινή δροσιά και το ψηλό λεπτό χορτάρι δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε το μονοπάτι, που ανηφορίζει προς τους βραχώδεις σχηματισμούς του Ντελιδήμι του Σαλαγιάννη και της φούρκας.  Τώρα η ανηφορική και η κοπιαστική διαδρομή στη δυτική πλαγιά του Ντελιδήμι, που είναι γεμάτη από χαλιάδια κουράζει περισσότερο τα πόδια μας.  Πιο ψηλά στο μεγάλο Λούκι είναι στοιβαγμένο και παγωμένο το τελευταίο χιόνι.  Το περνάμε με προσοχή και σύντομα βρισκόμαστε στη ράχη του μεγάλου αυχένα.  Αριστερά μας υψώνεται η κορυφή Ντελιδήμι με τα 2.163 μ.   Ως εδώ έχουμε τρεις ολόκληρες ώρες.  Προς τα νότια ξεχωρίζει ένας άλλος τόπος, δυσπρόσιτος και συνάμα επιβλητικός.  Ξανοίγονται τα Άγραφα με τις ομορφιές της άγριας φύσης.  Χαμηλά  διακρίνεται να αρχίζει η μεγάλη ρεματιά με το γνωστό φαράγγι του Ασπρορέματος.

Από δω πάνω τώρα το κατηφορικό μονοπάτι ξεχωρίζει στην Αλπική πλαγιά.  Ακολουθούμε την κατεύθυνσή του νότια και σύντομα μας περνά στη δεύτερη κάθετη και γεμάτη από χαλίκι πλαγιά.  Τώρα μια πηγή μας ξεκουράζει με το δροσερό νερό της.  Λίγο πιο κάτω σε χαμηλότερη ράχη και με σχήμα εξέδρα θεάτρου, μια ερειπωμένη στρούγκα ξεχωρίζει, λίγο πιο κάτω σε απότομο καραούλι είναι τα ερείπια μιας άλλης πετρόστρουγκας.

Κοιτάζοντας ανατολικά αντικρίζουμε την Τσούκα Σάκκα.  Νότια υψώνονται οι κορυφές της Λιάκουρας και της πολυτραγουδισμένης φτέρης.  Η κατεύθυνσή μας τώρα είναι η απότομη κάθοδος της σαθρής ράχης και για μια ολόκληρη ώρα κάθετης κατάβασης βγαίνουμε σε χαμηλή βλάστηση του κέδρου, του αγριόβατου και του θάμνου.  Χαμηλότερα μέσα στο πυκνό διάβα σωροί τα ερείπια μερικών σπιτιών, με τις πεζούλες να συγκρατούν μερικά κέδρινα ξύλα απομεινάρια  από τις ξυλοκατασκευές για συγκράτηση της κάθε σκεπής.

Συνεχίζουμε την κάθετη πορεία μας και σύντομα ξεχωρίζουμε το τέλος ενός εγκαταλελειμμένου δρόμου από αρκετά χρόνια.  Ακολουθούμε την πορεία του και χαμηλότερα βουίζει το ρέμα με τα αφρισμένα νερά.  Βρισκόμαστε τώρα μέσα στην πιο άγρια φύση ξεκομμένη και απομονωμένη από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.  Για μια ώρα περπάτημα πάνω στην άγονη γραμμή, συναντάμε μικρή διασταύρωση με πορεία δεξιά προς τον οικισμό, με την οικογένεια Ζαρκαδούλα.  Ο δρόμος τελειώνει στην αυλή τους.

Το τελευταίο και υπόλοιπο της διαδρομής μας που θα κρατήσει ως το σούρουπο, θα μας κατευθύνει πλέον μέσα από μονοπάτι που είναι σχεδόν ξεχασμένο.  Περνάμε από τα ερείπια των σπιτιών και του σχολείου, που δε θυμίζει κάτι για ιστορία του.  συνεχίζουμε με σύντομες εναλλαγές πάνω – κάτω και αριστερά – δεξιά και σε μικρή ράχη υπάρχει ένα πέτρινο εικονοστάσι με ανάγλυφο σταυρό σκαλισμένο στην ποταμίσια πέτρα.  Συνεχίζοντας χαμηλότερα, τα νερά του ασπρορέματος χάνονται σε απότομη στροφή στο στενό απότομο φαράγγι.  Η βουή του χάνεται.  Ξανασυναντιόμαστε μετά σχεδόν μιας ώρας στην εγκαταλελειμμένη τσιμεντένια γέφυρα.  Από δω τώρα στα δεξιά, περνώντας τα νερά του σκυλορέματος, που ενώνονται με το ασπρόρεμα συναντάμε και πιο καλοδιατηρημένο μονοπάτι.  Είναι το πιο εντυπωσιακό και πρόκειται για μονοπάτι μοναδικής αξίας, που εισχωρεί σε μια από τις πιο παρθένες περιοχές της Ελλάδας.  Η διάνοιξη έγινε τη δεκαετία του 1950 μέσα σε κάθετες και πετρώδης πλαγιές κρεμασμένοι με τριχιές να αιωρούνται δεκάδες μέτρα στο γκρεμό.  Η κούρασή μας δε μας επιτρέπει για περισσότερα επιφωνήματα, πρέπει να συνεχίσουμε προς το χωριό Επινιανά, που φτάνουμε κοντά στο σούρουπο.

Η διανυκτέρευσή μας γίνεται στα Επινιανά στον ξενώνα Πανόραμα με όλες τις ανέσεις.  Η άλλη μέρα είναι της επιστροφής προς το Φουντωτό μέσω του Τροβάτου.  Μέσω του χωματόδρομου και πλάι στα νερά του Αγραφιώτη ποταμού ανηφορίζουμε και περνώντας το όμορφο Τροβάτο με τους οικισμούς του κατευθυνόμαστε προς τα τρία σύνορα.  Πριν το πέρασμα εγκαταλείπουμε το δρόμο και πάνω σε ράχη μετά από μεγάλη ανάβαση βγαίνουμε στον αυχένα της Αφορισμένης με τις κοκκινόλακκες.  Εγκαταλείπουμε την Ευρυτανική περιοχή και βγαίνουμε  στην περιοχή της Αργιθέας, όπου χαμηλά στο βάθος διακρίνεται το Φουντωτό, από όπου είχαμε ξεκινήσει την προηγούμενη μέρα.  Έτσι, η πορεία μας αυτή διήρκησε την πρώτη μέρα 11 ώρες και τη δεύτερη μέρα, 8 ώρες.  Συγκεντρώσαμε 2.935 μέτρα ανάβασης και 1.800 μέτρα κατάβασης.

Have your say