< <

Ζαγόρι, ταξίδι ζωής

Ένα ταξίδι στο Ζαγόρι είναι πάντα ταξίδι ζωής. Άσχετα από την πρόφαση που μπορεί να λέγεται Βίκος ή Βοϊδομάτης, Γκαμήλα ή Αστράκα, Δρακόλιμνη ή Πάπιγκο. Ο τόπος αυτός από μόνος του σε ταξιδεύει. Σε καιρούς αλλοτινούς, διαβαίνοντας τη Σκάλα του Βραδέτου, περπατώντας στα σοκάκια του Δίλοφου, της Βίτσας, του Τσεπέλοβου. Στου Δίκορφου την ερημιά, μετράς στα μάτια μια γερόντισσας τον πόνο που άφησε πίσω του ο χρόνος. Σπίτια που γκρεμίζονται, λίθοι που επιστρέφουνε στη γη. Τριαντάφυλλα σαν αίμα κόκκινα στο μοναστήρι Ρογκοβού και πέτρες μαυρισμένες από τους καιρούς. Στράτες χορταριασμένες, γεφύρια κρυμμένα σε πυκνά φυλλώματα, πάνω από ρέματα που έχουν από καιρό στερέψει. Πως χάνονται τα έργα του ανθρώπου, πως φεύγουνε μαζί με εκείνον.

Αλβανοί μαστόροι πελεκούν την πέτρα και ορθώνουν μέγαρα. Ξενώνες και αρχοντικά για να φιλοξενήσουν τις ανάγκες του σήμερα. Θαύμασε τη στρογγυλάδα της καμινάδας, το τέλειο αρμολόγημα της πέτρας στη σκεπή, το λεπτοδουλεμένο ξύλο στην εξώπορτα. Έτσι ακριβώς όπως το σκέφτηκε και το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας, όνειρο εφήμερο του κυριακάτικου επισκέπτη. Μα εσύ ψάχνεις τα ίχνη της ζωής που χάθηκε, αλλονών καιρών τα μεγαλεία. Βλέπεις μπουλούκια μαστόρων και εργατών που δουλεύουνε από το χάραμα έως τη δύση, βλέπεις τους Χιοιναδίτες που ζωγραφίζουνε ταβάνια και ιστορούνε εκκλησιές. Βλέπεις γεφύρια να γκρεμίζονται στο διάβα των νερών και υπομονετικά να ξαναστήνονται για να περάσει ο άνθρωπος, πρόσκαιρος νικητής στη μάχη με τη φύση.

Σμάρι οι επισκέπτες φωτογραφίζονται στη ράχη του γεφυριού του Νούτσου, πάνω από τις κροκάλες του Βίκου. Μα στέκει απόμερο του Μίχου το γεφύρι καθώς δεν είναι στη στράτα των αυτοκινήτων, βλέπει τον ήλιο να φωτίζει τα σπίτια της Βίτσας, αθέατο από παντού.

Χάσκει ο Βίκος κάτω από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, μακρόστενη πληγή στα σπλάχνα του βουνού. Ένα στενό λειασμένο μονοπάτι στα όρια του ιλίγγου, εκατοντάδες μέτρα πάνω από την κοίτη. Οξιά, Μπελόι, σκοπιές – φύλακες του φαραγγιού. Γυροπετούν τα όρνια, θερμά ανοδικά ρεύματα τα αγκαλιάζουν. Σκέφτεσαι τον Βοϊδομάτη τον γαλάζιο που ορμά από τα σπλάχνα του βουνού να κυριέψει της Κόνιτσας τον κάμπο. Και όσες φορές δεν τόλμησες να ορμήσεις στα νερά του, τις αντοχές σου δοκιμάζοντας.

Οι πρωινές ομίχλες τυλίγουν το Βικάκι για να χαθούν στον λαμπερό αέρα. Αιθέρια άνοιξη κι ο νους σου στην Αστράκα. Να βρεις τα περάσματα στου φαραγγιού το χείλος, να φτάσεις στα καταπράσινα αλπικά λιβάδια. Αριστερά ο Μέγας Λάκος, δεξιά η Τσούκα Ρόσσα. Να φτάσεις στη λούτσα του Ρομπόζη και στη συνέχεια αριστερά, να απογειωθείς στα δυόμισι χιλιάδες μέτρα. Να φτάσεις στα ουράνια, θεός, αθάνατος για λίγη ώρα. Μα το μυαλό σου χάνεται στα χρώματα των λουλουδιών. Θράσεψαν από τα χάδια της παρατεταμένης άνοιξης και θέριεψαν, κατέκλυσαν τον τόπο. Κι έτσι χαζεύοντας, ούτε που κατάλαβες πως μαύρισε ο τόπος και η γη σκοτείνιασε. Εδώ ψηλά είσαι γυμνός, άθυρμα των καιρών, της φύσης μπαίγνιο. Πάρε λοιπόν την κατηφόρα κάτω από το ψιλόβροχο και συλλογίσου. Ίσως είναι της μοίρας θέλημα για να ξαναγυρίσεις στον τόπο που τόσο αγάπησες.

Have your say