< <

Βροντερό – Στουρναρέικα

Βρισκόμαστε μεταξύ ουρανού και γης. Το μονοπάτι φτάνει σ’ ένα μικρό πλάτωμα που ίσα – ίσα μας χωρά. Κάτω από τα πόδια μας χάσκει ένα βάραθρο τουλάχιστον διακοσίων μέτρων. Στο βάθος, τα Στουρναρέϊκα σε υψόμετρο 840 μέτρων πάνω από το φαράγγι του Πορταϊκού. Από δώ μπορούμε να εκτιμήσουμε τη μεγάλη έκταση στην οποία απλώνονται τα σπίτια του χωριού και την υψομετρική διαφορά του πρώτου από το τελευταίο.
Από ένα ζευγάρι φτερά χρειαζόμαστε τώρα για να φτάσουμε στον προορισμό μας, σκέφτομαι καθώς το ψιλόβροχο συνεχίζει το τραγούδι του. Τουλάχιστον ας απολαύσουμε το θέαμα και ας αιχμαλωτίσουμε στη μνήμη μας και στο φιλμ τούτη τη μεγαλειώδη αίσθηση. Σκέφτομαι τον τσοπάνο που κάθεται εδώ το καλοκαίρι και βλέπει τον ήλιο να χάνεται πίσω από τις κορφές της Πίνδου.
Εδώ λοιπόν καταλήξαμε μετά από δίωρη πορεία με αφετηρία το Βροντερό. Η προγραμματισμένη διάσχιση Βροντερό – Στουρναρέϊκα ξεκίνησε πολύ νωρίς το πρωί της Κυριακής 11/3. Μέχρι την Πύλη με τα αυτοκίνητα, από εκεί ταξί για το Βροντερό και επιστροφή από τα Στουρναρέικα με το λεωφορείο της γραμμής.
Στην αρχή ακολουθούμε το μονοπάτι Ε4, αλλά σύντομα το εγκαταλείπουμε διαλέγοντας μια διαδρομή που κινείται νότια, πάνω από το χωριό Καλόγηροι, μέχρι να φτάσουμε κάτω από την κορυφή Δραμπάλα. Στη συνέχεια ανηφορίζουμε μέσα σε πυκνό δάσος ελάτης με κατεύθυνση βόρεια, παρακάμπτοντας την κορυφή. Μετά το διάσελο περπατάμε σε δασικό δρόμο που προχωρά παράλληλα με το φαράγγι του Πορταϊκού και σε μεγάλο ύψος, προσφέροντας εξαιρετική θέα προς τη λίμνη του Μέγδοβα και τα Άγραφα. Για πολλοστή φορά σήμερα συναντάμε σαλαμάνδρα, ένα εντυπωσιακό ερπετό με κίτρινες βούλες πάνω στη μαύρη ράχη του, που συναντάται μετά από βροχή στο δάσος.
Τώρα ο δρόμος κατεβαίνει απότομα προς το φαράγγι. Διαλέγουμε ένα μικρό μονοπάτι με βόρεια κατεύθυνση που μας οδηγεί στο αδιέξοδο.
Και ποιος ο σκοπός του μονοπατιού; Μόνο για τη θέα, μοιάζει λίγο απίθανο. Στη σάρα της απέναντι πλαγιάς διακρίνουμε ένα στενό διάδρομο, που πρέπει να ενώνεται με το σημείο που βρισκόμαστε. Πράγματι, ανακαλύπτουμε ένα απότομο πέρασμα, που μπορεί να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Πατώντας προσεκτικά σε βράχια που γλυστράνε από τη βροχή, κατεβαίνουμε μια φυσική πέτρινη σκάλα. Στη συνέχεια η σάρα. Και πάλι απότομα βράχια. Τώρα πατάμε σε σίγουρο έδαφος. Στρέφουμε τα κεφάλια πίσω. Να το πλάτωμα με τον κέδρο στην άκρη του. Φαίνεται απίστευτο να κατεβήκαμε από εκεί.
Μένει ακόμα αρκετό περπάτημα για το χωριό. Περνάμε δρόμους, ρέματα, στέρνες, ανοίγουμε αυλόπορτες, μπαίνουμε σε κήπους, δρασκελάμε φράκτες.
Μόλις φτάνουμε στα πρώτα σπίτια, η βροχή γίνεται ραγδαία. Από τα σακίδια ανασύρονται οι ομπρέλες. Μικρές, πολύχρωμες, προκαλούν τα φακό της μηχανής. Είναι η νέα μόδα που εισήγαγε ο πρόεδρος του συλλόγου, σε αντικατάσταση του αδιάβροχου. Λίγο κυριλέ, αλλά πολύ βολική λύση.
Στο κέντρο του χωριού, το κρεοπωλείο – ταβέρνα είναι πειρασμός, αλλά ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία ουκ έχει. Εξ άλλου τα ντόπια λουκάνικα είναι τόσο νόστιμα και συνοδεύουν ιδανικά τα τσίπουρο του Νίκου, που σήμερα δεν ξέχασε να κουβαλήσει. Απομεσήμερο πια, το λεωφορείο μας φέρνει στην αφετηρία μας.

Have your say