< <

Βασίλειο του ΜΟΥΣΤΑΝΓΚ

Ένα ακόμη ταξίδι περιπέτειας και γνώσης πραγματοποίησε ο Τρικαλινός αλπινιστής και ταξιδευτής του κόσμου Γιάννης Ξηρός, μέλος του Σ.Π.ΟΡ.Τ. Αυτή τη φορά στόχος ήταν το Θιβετιανό βασίλειο του Μούστανγκ (Mustang) ένα από τα αρχαιότερα βασίλεια των Ιμαλαΐων στο βορειοδυτικό Νεπάλ, στα σύνορα με το κινεζικό Θιβέτ, στην κοιλάδα ανάμεσα στους ορεινούς όγκους των συγκροτημάτων  Αναπούρνα (Annapurna) και Νταουλαγκίρι (Dhaulagiri).

Κατά τον 14ο αιώνα ο μεγάλος πολεμιστής Ame Pal ανακηρύχθηκε ως ο πρώτος βασιλιάς του Μούστανγκ και εισήγαγε το βασίλειο στη Χρυσή Περίοδό του η οποία διήρκεσε 200 χρόνια. Έκτισε την πρωτεύουσα Λο Μαντάγκ, το παλάτι και τους 4 ναούς. Κατά τον 15ο αιώνα το βασίλειο του Μούστανγκ ήταν η κυρίαρχη δύναμη στο χώρο του Θιβετιανού βουδισμού. Από το 1380 μέχρι το 1951 αποτελούσε ανεξάρτητο βασίλειο με δικό του ράγια (=βασιλέα). Το 1951 κομμουνιστικά στρατεύματα του Μάο Τσε Τούνγκ εισέβαλαν στο ανατολικό και δυτικό Θιβέτ και τα προσάρτησαν στο Κινέζικο κράτος. Το βασίλειο του Μούστανγκ κατοικούμενο από Θιβετιανούς και φοβούμενο εισβολή, προτίμησε την προσάρτηση στο κράτος του Νεπάλ με ταυτόχρονη διατήρηση της βασιλείας και της αυτονομίας. Αυτό το καθεστώς διατηρείται μέχρι σήμερα.
Η αποστολή έγινε με τη διοργάνωση του Ορειβατικού συλλόγου Αχαρνών και με την απολύτως επιτυχημένη αρχηγία του Μάκη Τζωρτζίδη και της Φωτεινής Πετροπούλου. Η ομάδα αποτελούμενη από εννιά άνδρες και τρεις γυναίκες έφτασε στην πρωτεύουσα του Νεπάλ Κατμαντού στις 30 Ιουλίου και παρέμεινε εκεί μια ημέρα. Την επόμενη επισκεφτήκαμε την Ποκάρα, μια θαυμάσια πόλη με μια ακόμα πιο θαυμάσια λίμνη με νούφαρα την οποία διαπλεύσαμε με βάρκες.

Την 1η Αυγούστου καταλήξαμε αεροπορικώς στο Τζόμσομ, ένα χωριό από το οποίο ξεκινά η διαδρομή μέσω του βασιλείου του Μούστανγκ. Από 2-4 Αυγούστου περπατήσαμε το μονοπάτι παραπλεύρως του ποταμού Καλικαντάκη, έναν ποταμό που δίνει ζωή σε πολλά χωριά και τον οποίο διασχίσαμε γυμνόποδες σε κάποια σημεία. Η διαδρομή μας από το Τζόμσομ στα 2.742 μ. μέχρι την πρωτεύουσα Λο Μαντάγκ στα 3.800 μ. απαίτησε έξι ολόκληρες μέρες περπάτημα διάρκειας 6 -7 ωρών ημερησίως σε διαφορετικά υψόμετρα, το μεγαλύτερο των οποίων ήταν 4.320 μ. Μας συνόδευαν 4 Νεπαλέζοι οδηγοί βουνού με 2 μαγείρους και 13 αχθοφόρους. Τα βαρύτερα πράγματα της αποστολής μετέφεραν μουλάρια. Στο τέλος κάθε πορείας διανυκτερεύαμε σε κάποιο χωριό του βασιλείου σε χώρους διασκευασμένους σε χώρους κάμπινγκ.
Το βασίλειο του Μούστανγκ άνοιξε τα σύνορά του στους ξένους το 1991 και ευτυχώς παραμένει αμόλυντο από ξένες επιρροές και συνήθειες. Συναντήσαμε ένα φυσικό τοπίο άγριας και αρχέγονης ομορφιάς, σκληρό για ανθρώπους  και ζώα με χωριά μικρά, χτισμένα με λάσπη και πέτρα, με τα ξύλα για το χειμώνα πάνω στις χωμάτινες ταράτσες των σπιτιών, με κάθε σπίτι να διαθέτει υπαίθριο στάβλο για τα ζώα του.

Μετά το πρωινό μαζεύαμε τις σκηνές μας και ξεκινούσαμε για το επόμενο χωριό που απείχε 5, 6 ή 7 ώρες. Τα χωριά των Θιβετιανών κατοίκων του Μούστανγκ έχουν μια ή δυο κεντρικές βρύσες από όπου οι κάτοικοι παίρνουν νερό και πλένουν τα ρούχα τους. Τα σπίτια είναι τετράγωνα, βαμμένα στο λευκό με ξύλινα παράθυρα και πόρτες και με τα λίγα ξύλα για το χειμώνα στις ταράτσες, καθαρά Θιβετιανού τύπου. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα παρά μόνο σε ελάχιστα χωριά, ούτε αυτοκινητόδρομοι. Κάθε χωριό είναι αύταρκες, έχουν τα ζώα τους (αγελάδες μικρόσωμες λίγο μεγαλύτερες από ένα δικό μας μοσχάρι), κατσίκια και μουλάρια. Καλλιεργούν τη γη χωρίς μηχανικά μέσα και βγάζουν το σιτάρι τους από ένα ροζ φυτό από το οποίο παρασκευάζεται μια πίτα (κάτι σαν τη δικιά μας πίτα – γύρο αλλά πιο σκληρή) και το λάδι τους από ένα κίτρινο φυτό, όλα σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις με νερό. Τα έπιπλά τους είναι ελάχιστα και κυρίως είναι χαμηλοί καναπέδες από τοίχο σε τοίχο και επίσης χαμηλά τραπέζια μπροστά για να είναι όλοι μαζεμένοι. Είναι μια κοινωνία καθοδηγούμενη από τη θρησκεία της, το βουδισμό, χωρίς κοινωνικές και ταξικές διαφορές, οικονομικά ίσοι και πιστοί στο βασιλέα, ειρηνικότατοι.

Το κλίμα είναι ξηρό με ανέμους τη μέρα και βροχή τη νύχτα. Ζουν μακριά από τα δάση του Νεπάλ σε μεγάλο υψόμετρο και από εκεί αρχίζει η μεγάλη ασιατική στέπα που φτάνει μέχρι τους πρόποδες της Σιβηρίας. Στο περιβάλλον αυτό της πέτρας, του βράχου, του θάμνου και του ανέμου οι χαρακτήρες είναι ήρεμοι, γαλήνιοι και ειρηνικοί. Δεν ακούσαμε ποτέ ούτε μια βρισιά, ούτε μια κακή κουβέντα, ούτε έναν διαπληκτισμό. Οι αχθοφόροι και οι οδηγοί μας, παρόλο που κουβαλούσαν μεγαλύτερο βάρος στις πλάτες τους, ξεκινούσαν τη μέρα τους με τραγούδια και τραγουδώντας την τελείωναν. Τα παιδάκια των χωριών χαμογελαστά, ευτυχισμένα, χωρίς να θυμίζουν τίποτα από τα δικά μας νευρωτικά παιδιά που τα έχουν όλα και όλα τους λείπουν.

Το τοπίο ποικίλλει από υψώματα γυμνά μέχρι βράχους θεόρατους που καταλήγουν σε πτυχώσεις με σπήλαιο και βαθιά φαράγγια με χείμαρρους. Εντύπωση μας έκαναν οι χρωματισμοί των βράχων, κόκκινοι και γαλάζιοι και το ανάγλυφό τους που δεν έχουμε ξαναδεί στα ταξίδια μας.
Οι πορείες μας ήταν κοπιαστικές διότι περιελάμβαναν αναβάσεις μέχρι τα 4.000 – 4.300 μ. και καταβάσεις στα φαράγγια. Παρόλα αυτά δώσαμε όλοι τον καλό μας εαυτό και είχαμε ένα υπέροχο ταξίδι ορειβασίας και πολιτισμού.

Have your say