< <

Από το Δροσοχώρι στην Τσούκα

Την περασμένη Κυριακή βρεθήκαμε στο δάσος που τυλίγει το Δροσοχώρι (Τυφλοσέλι) για μια πορεία μέχρι την κορυφή Τσούκα. Θα θέλαμε να σας μιλήσουμε για την έλευση του Φθινοπώρου, για τις γοργές διεργασίες που θα οδηγήσουν στο χειμώνα, για τα χρώματα που αλλάζουν μέρα με τη μέρα, για τη βροχή που μουσκεύει το κορμί μας. Αντί για τη δική μας πένα, προτιμήσαμε αυτή του Γάλλου γλύπτη Marc Charpin που αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο τα συναισθήματα μας. Σαν να ήταν και αυτός μέλος της συντροφιάς μας…

«Έχω τις συνήθειές μου των τεσσάρων εποχών και τη γεωγραφία των δασών μου στο μυαλό. Ξανά και ξανά ίδια σύντομα ταξίδια, σαν να θέλω να ξαναβρώ σημάδια ή να μάθω νέα. Σαν επισκέψεις και συναντήσεις λίγων πραγμάτων. Ένας βράχος που μόλις εξέχει από το βρυώδες έδαφος, ένα γέρικο πεύκο έτοιμο να σωριαστεί ή ένα απότομο μονοπάτι, χορταριασμένο, σχεδόν σβησμένο.

Έχω τις συνήθειές μου και μ’ αρέσει να πατώ στα παλιά μου βήματα και να ανανεώνω τα φευγαλέα μου ξαφνιάσματα.
Μ’ αρέσει.

Να διασχίζω μέσα από τα φανερά μονοπάτια, τα υγρά δάση του φθινοπώρου. Να εισδύω στις ανακατεμένες βάτους και στις λόχμες από φτελιές.

Να εισπνέω, πριν τις πρώτες παγωνιές, την επίμονη παρουσία των ατμών που ελευθερώνουν τα μούσκλια.

Να απολαμβάνω το σκοτεινό ασήμισμα του φλοιού της οξιάς ή τη στιλπνότητα της σημύδας.

Να αγγίζω απαλά την υγρή τραχύτητα του λυγερού κορμού των αγριοκαστανιών ή των βελανιδιών.

Να απαριθμώ τα αδύνατα κλαδιά που απλώνουν πυκνές ιτιές στις άγονες ρεματιές.

Να υπολογίζω στα αβέβαια διαλείμματα τη χαμηλόφωνη θολούρα από το βάρος ενός αναλλοίωτου ουρανού.

Να εκτιμώ την πυκνότητα της σιωπής και την ανεπανόρθωτη έκλειψη των χρωμάτων του καλοκαιριού.

Να μετρώ ότι απομένει στους μαλακούς γκρίζους τόνους από τα υπόκωφα καφετιά.

Να διασχίζω, να εισδύω, να εισπνέω, να απολαμβάνω, να αγγίζω απαλά, να απαριθμώ, να βλέπω, να εκτιμώ, να μετρώ.

Να αφιερώνω το χρόνο μου και να διαλογίζομαι στις ήσυχες υπομονετικές πορείες για να χάνομαι στην απλότητα των πραγμάτων και να παραδίνομαι στην απλότητα των πραγμάτων και να παραδίνομαι στη γόνιμη συνομιλία του βλέμματος.

Να βυθίζομαι, ακόμα, στο πιο βαθύ από τα τοπία μου, σχεδόν για το τίποτα ή σχεδόν για τα πάντα.»

Have your say