< <

Από το Βένετο στην Μονή Φλαμουλίου

Μια εξόρμηση στο Πήλιο είναι πάντα μια σπάνια αισθητική απόλαυση. Το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική των κτισμάτων προσφέρει στιγμές αξέχαστες.

Το όμορφο κυριακάτικο πρωινό μας επέτρεψε να πραγματοποιήσουμε την διαδρομή από το Βένετο μέχρι τη μονή Φλαμουρίου που είχαμε αναβάλλει πριν ενάμιση μήνα λόγω των εκλογών. Μακρύς ο δρόμος μέχρι το Βένετο, το βορειότερο και ένα από τα πιο άγνωστα πηλιορείτικα χωριά. Στον παλιό δρόμο Λάρισας – Βόλου στο ύψος του Στεφανοβίκιου στρίβουμε αριστερά με κατεύθυνση τα Κανάλια, το χωριό που έγινε ξανά παραλίμνιο με την επαναδημιουργία της Κάρλας.

Μετά από 140 χιλιόμετρα συνολικής ασφάλτινης διαδρομής  φτάνουμε στο Βένετο που από το ύψος των 300 μέτρων ατενίζει το Αιγαίο. Χτισμένο σε σκιερή πλαγιά, το καλοκαίρι προσφέρει δροσιά μα τώρα οι σκιές κάνουν το κρύο αισθητό. Καινούργια τα περισσότερα σπίτια αφού οι κατολισθήσεις που έγιναν το 1957 έδιωξαν όσους κατοίκους είχαν απομείνει μετά τον εμφύλιο πόλεμο ερημώνοντας το χωριό για κοντά 30 χρόνια. Τώρα οι παλιοί Βενετιώτες επανέρχονται σιγά – σιγά ανακαινίζοντας τα παλιά σπίτια ή φτιάχνοντας νέα, εξοχικά για τους μήνες του καλοκαιριού.

Στην είσοδο του χωριού ξεχωρίζει η εκκλησία της Υπαπαντής του Χριστού, χτισμένη το 1767 που διατηρεί την πέτρινη τοιχοποιία και την στέγη την καλυμμένη με σχιστόλιθο, χαρακτηριστικό στοιχείο της πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής.
Η διαδρομή μας μέχρι τη μονή Φλαμουρίου είναι τμήμα του εθνικού μονοπατιού Ο2 και ξεκινά από το κέντρο του χωριού. Καλά σηματοδοτημένο στο μεγαλύτερο τμήμα του εκτός από κάποια σημεία όπου λόγω της υλοτόμησης τα ίχνη χάνονται και χρειάζεται λίγη προσοχή.

Κινούμαστε πάντα με κατεύθυνση νότια, αφήνουμε τα τελευταία σπίτια του χωριού και στη θέση «Σταυρός» εγκαταλείπουμε το χωματόδρομο για να ακολουθήσουμε μονοπάτι λιθόστρωτο. Εντύπωση προκαλούν οι κουμαριές με τους κίτρινους και κόκκινους στην ωριμότητα καρπούς. Δεν παραλείπουμε να γευθούμε το εξαιρετικό αυτό έδεσμα που απλόχερα η φύση μας προσφέρει.

Τα ρείκια και οι κουμαριές σχηματίζουν ένα τούνελ όπου το φως δεν μπορεί να εισχωρήσει, θυμίζοντάς μας ανάλογες πορείες στα μονοπάτια του Αγίου Όρους. Ψηλότερα ένα πυκνότατο δάσος φυλλοβόλων έχει κυριέψει τους παλιούς αμπελώνες. Ακούγονται τουφεκιές από κυνηγούς αγριογούρουνων. Χρησιμοποιούμε σφυρίχτρες για να δηλώσουμε την παρουσία μας αν και βρισκόμαστε χαμηλότερα από την παγάνα τους. Ποτέ δεν ξέρει κανείς.

Βγαίνοντας από την ψηλή βλάστηση φτάνουμε στη θέση «Σπηλιές» όπου διατηρείται το παλιό καλντερίμι που κατηφορίζει μέχρι να συναντήσει την κοίτη του ξερού αυτή την εποχή ρέματος των σπηλιών. Η τοποθεσία πήρε το όνομά της από μεγάλες κοιλότητες στα βράχια που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί σαν μαντριά. Εντύπωση προκαλούν τα ερείπια μιας καλύβας χτισμένης με ξερολιθιά. Οι γκρεμισμένοι τοίχοι της αντικρίζουν την απεραντοσύνη του Αιγαίου.
Από εδώ ανηφορίζουμε ξανά σε άλλο ένα φυσικό τούνελ πρεμνοφυούς βλάστησης μέχρι ένα μικρό οροπέδιο σπαρμένο με μεγάλες πέτρινες πλάκες και από εκεί φτάνουμε σε δίστρατο. Οι ταμπέλες δείχνουν αριστερά προς Άγιο Νικόλαο (εικοσάλεπτη κατηφορική πορεία ως της θάλασσα) και δεξιά προς το μοναστήρι. Αφού περάσουμε ένα ξάγναντο με καταπληκτική θέα προς τη θάλασσα πάνω από απόκρημνες πετρώδεις πλαγιές φτάνουμε στον προορισμό μας μετά από συνολική πορεία δυο περίπου ωρών.

Πρόκειται για ένα περιτειχισμένο αθωνικού τύπου μοναστήρι που είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος.  Θεμελιώθηκε από τον όσιο Συμεών το 1595 και αποπερατώθηκε το 1602. Αποτελεί άβατο για τις γυναίκες και βρίσκεται σε οχυρή θέση μέσα σε δάσος από καστανιές που τώρα είναι γυμνές από το φύλλωμά τους. Αυτό έχει αποτεθεί στο χώμα μαζί με μέρος από τους καρπούς. Δεν παραλείπουμε να μαζέψουμε μερικούς. Γλυκιά ανάμνηση της εδώ  παρουσίας μας.

Have your say