< <

Από την Πιαλεία στην βρύση Μπέι

Το έχουμε πολλές φορές διαπιστώσει, το είπαμε και θα το ξαναπούμε. Κανένα άλλο βουνό σαν τον Κόζιακα. Αυτόν που συνηθίσαμε να βλέπουμε από κάθε σημείο της πόλης, το δικό μας βουνό, τόσο οικείο στη θωριά μα τόσο απρόβλεπτο, δύστροπο, περίεργο και απίστευτα μοναδικό για όποιον το ζήσει από κοντά. Και είναι πολλοί αυτοί που διαβιούν στο περιβάλλον του, όπως δηλώνει το πλήθος των χωριών και οικισμών στις ράχες και στις υπώρειές του, μια ιστορία παλιά, πολύ παλιά.

Εξ ολοκλήρου ασβεστολιθικό το υπόβαθρο με ότι αυτό συνεπάγεται: Σπηλιές, βάραθρα, πόλγες και δολίνες, χαράδρες, ρέματα, πηγές και καταρράκτες. Η γειτνίαση του αφενός με τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου και αφετέρου με το θεσσαλικό κάμπο συντελεί στη δημιουργία ιδιαίτερου μικροκλίματος που με τη σειρά του συντηρεί έναν ασυνήθιστο αριθμό ειδών χλωρίδας και πανίδας. Και αν την άνοιξη και το καλοκαίρι βλέπουμε πράσινες τις πλαγιές τους, μη μπορώντας τουλάχιστον από μακριά να ξεχωρίσουμε την ποικιλία των ειδών, το φθινόπωρο η κατάσταση ξεκαθαρίζει καθώς το κάθε δέντρο φοράει το δικό του, μοναδικό κοστούμι. Τότε το βουνό γεμίζει από χρώματα που πάλλονται σε μύριους τόσους τόνους. Το μοναδικό αυτό θέαμα είναι πιο εντυπωσιακό στις ανατολικές πλαγιές του βουνού όπου κυριαρχούν τα φυλλοβόλα δέντρα με τα κωνοφόρα να περιορίζονται στα μεγαλύτερα υψόμετρα.

Επιλέγοντας την πορεία από την Πιαλεία μέχρι τη σπηλιά του Μπέη είχαμε την ευκαιρία να ζήσουμε από κοντά αυτό το πανηγύρι των χρωμάτων πέρα από την καθαρά ορειβατική εμπειρία. Γνωστό το μονοπάτι από παλαιότερες αναβάσεις μας, γνωστές και οι ελλείψεις στη σηματοδότησή του, γεγονός που κατά καιρούς έχει οδηγήσει πολλούς ορειβάτες σε λάθος σημεία. Στην πορεία μας συναντάμε καλύβες και μαντριά, δείγματα της αδιατάρακτης σχέσης του ανθρώπου με τον τόπο.

Σωρεύονται στο έδαφος οι καρποί της καστανιάς μαζί με τα περισσότερα από τα φύλλα της. Ο ήχος των βημάτων μας πάνω στο στρώμα των φύλλων ανησυχεί τις κίσσες που ξεσηκώνουν με τις φωνές τους το δάσος. Οι απότομες ανηφόρες απαιτούν μικρά διαλείμματα ξεκούρασης. Φωτίζει ο ήλιος τις φιλύρες. Πόσο τρυφερό ωχροκίτρινο το φύλλωμά τους. Σκοτεινοί μαύροι σχεδόν οι κορμοί τους, έντονο κοντράστ χρωμάτων και συναισθημάτων. Χωρίς αμφιβολία είναι ο βασιλιάς του δάσους αυτή την εποχή, ο αναμφίβολος κυρίαρχος.

Στο υψόμετρο των χιλίων μέτρων το δάσος τελειώνει δίνοντας τη θέση του σε μικρούς λόφους και λιβάδια. Είναι η θέση «Μαντρινιά» όπου συναντάμε ένα κοπάδι προβάτων και τη θερμή υποδοχή των τσοπανόσκυλων. Τις απειλητικές τους διαθέσεις ανακόπτει ο τσομπάνος που έχει και αρκετές ιστορίες να μας πει. Για λύκους και αρκούδες, για τη δύσκολη ζωή στα ορεινά.

Ακολουθώντας τις οδηγίες του συνεχίζουμε στο μονοπάτι που μπαίνει σε στενό φαράγγι με τρεχούμενα νερά. Ποτέ δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι στα σπλάχνα του κρύβεται μια μικροσκοπική παραδείσια κοιλάδα! Τριγύρω τοίχοι επιβλητικοί οι ασβεστόλιθοι, το ρέμα που βγαίνοντας από την αθέατη σπηλιά κατρακυλά στα βράχια, κόβει στη μέση την κοιλάδα ορμώντας προς τον κάμπο.

Μη βρίσκοντας ίχνη του μονοπατιού συνεχίζουμε την πορεία μας αριστερά του ρέματος μέχρι την θέση «Πετρούσα». Φτάνοντας στο αδιέξοδο συνειδητοποιούμε το λάθος μας και επιστρέφουμε στη βάση του καταρράκτη ψάχνοντας πέρασμα δεξιά του. Εντοπίζουμε αμυδρά σημάδια. Είναι η συνέχεια του μονοπατιού που θα απαιτήσει ένα τελευταίο σκαρφάλωμα για να μας οδηγήσει μετά από τρεις περίπου ώρες συνολικής πορείας στον προορισμό μας. Σε μια από τις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες του Κόζιακα, στη θέση «Μπέη» με την ομώνυμη σπηλιά και την πηγή. Εδώ επιβάλλεται μια ανάπαυλα για ξεκούραση και φαγητό πριν από την επιστροφή μας.

Have your say