< <

Απέναντι απ’ τον «Κλέφτη»

Ποιοι τόποι χαρισματικοί μας έρχονται στο μυαλό κάθε φορά που φτιάχνουμε το πρόγραμμα του συλλόγου και ξετυλίγουν μοναδικές παραδεισένιες διαδρομές που μας μαγεύουν σαν φθινοπωρινό τοπίο και τελικά γίνονται προορισμοί; Δεν υπάρχουν στα αλήθεια τέτοιοι τόποι; Φυσικά και υπάρχουν. Τέτοια είναι και η εκδρομή του τριημέρου της 28 Οκτωβρίου.

Προορισμός μας τα Μαστοροχώρια του Γράμμου, η κορυφή του Βόιου, η κορυφή Κλέφτης του Σμόλικα και η κορυφή Ταμπούρι, στην καρδιά της βόρειας Πίνδου, μεταξύ Σμόλικα και Γράμμου. Σημείο συνάντησης το Ζουπάνι (Πεντάλοφος ) στις παρυφές του Βόιου, εδώ χρειάζεται μεγάλη στάση (θα αναφερθούμε μελλοντικά ) με στόχο την κορυφή του Βόιου.

Μεσημέρι Παρασκευής ανηφορίζουμε το καλοδιατηρημένο μονοπάτι για την κορυφή Προφήτης Ηλίας ( 1805 μ. ) έχοντας σαν οδηγό τον θαυμάσιο καιρό και τον λαμπερό φθινοπωρινό ήλιο. Το φιδωτό μονοπάτι ανηφορίζει απότομα και η θέα καταπληκτική προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Σαραντάπορος δεξιά μας λαμπιρίζει στον μεσημεριανό ήλιο και οι ψηλές κορυφές της βόρειας Πίνδου αποκαλύπτονται φθινοπωρινές με τα λαμπερά σταχτοκίτρινα χρώματα, η διαύγεια της ατμόσφαιρας εντυπωσιακή, το ανάγλυφο των κορυφών σαν ζωγραφιά ξεπροβάλει και μια ευφορία μας διακατέχει παρά την απότομη ανηφοριά. Οι σιδερένιες σκάλες μας οδηγούν στην απόκρημνη κορυφή. Το βλέμμα ταξιδεύει για ώρα στον ορίζοντα καταπίνοντας με λαιμαργία τη γαλήνη, την πολυχρωμία, και την ομορφιά της μισής σχεδόν Ελλάδος. Χορτασμένη και ενθουσιασμένη η τετραμελής ομάδα (όσοι δεν ήρθαν έχασαν) κατηφορίζουμε με προορισμό το Κεράσοβο. Από Επταχώρι, Ζούζουλη μέσα από μια πανέμορφη χωμάτινη διαδρομή (μόνο για 4χ4) φτάνουμε με το δειλινό στον προορισμό μας. Η επιχείρηση Κλέφτης μαζί με τους πέντε φίλους του συλλόγου από την Αθήνα ετοιμάζεται με κάθε λεπτομέρεια αλλά δυστυχώς λόγου το δύσβατο και δασώδες της περιοχής καθώς και οι λανθασμένες πληροφορίες δεν μας επέτρεψαν την ανάβαση που ετοιμάζαμε για το Σάββατο το πρωί. Ήδη προγραμματίζουμε πλέον την ανάβαση από άλλη διαδρομή για το άμεσο μέλλον.

Μεσημέρι του Σαββάτου η ομάδα ανηφορίζει σιγά-σιγά τον αυχένα πάνω από το Κεράσοβο. Η θέα προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα θαυμάσια .Ξανοίγονται μπροστά στα μάτια μας η δαντελωτή οροσειρά της Τύμφης, ο Σμόλικας, ο Γράμμος, η Νεμέρτσικα και ακριβώς απέναντι μας ο θρυλικός Κλέφτης, το σύμβολο του εθνικού διχασμού, μια μικρή κορυφή που στέκεται με δέος απέναντι στις πανύψηλες διπλανές κορυφές του Σμόλικα. Η κορυφή που το φθινόπωρο του 1948 ήταν το επίκεντρο του εμφυλίου πόλεμου, «Σήμερα πέφτει ο Κλέφτης …όχι δεν πέφτει » είναι μερικά από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της εποχής, μας αγναντεύει καψαλισμένος ακόμη και σήμερα από τις ναπάλμ και τις οβίδες του πυροβολικού. Επί 45 μέρες ο κυβερνητικός στρατός σφυροκοπούσε αλύπητα τη μικρή κορυφή και τους λίγους υπερασπιστές της, οι πλαγιές γέμιζαν καθημερινά με πτώματα. Όλο σχεδόν το Α’ Σώμα Στρατού πήρε μέρος στις μάχες του Κλέφτη, ήταν τόσο άγριες και σκληρές που όμοιες δεν υπάρχουν στην ελληνική ιστορία. Νιώθεις μελαγχολία, πατώντας αυτόν τον αιματοβαμμένο τόπο. Σου έρχεται ρίγος αναλογιζόμενος ότι μπορείς να πατάς σε κόκαλα θαμμένων ή άταφων νεκρών. Τα δυο κολωνάκια της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού στην κορυφή «Ταμπούρι» ακριβώς πάνω από το χωριό Φούρκα στέκουν ολόρθα σιωπηλά μακάβρια, τίποτα δεν φύτρωσε ανάμεσα στα ερείπια των πολυβολείων που χάσκουν σαν σκελετωμένα στόματα θηρίων, για να θυμίζουν σε μας τους ταπεινούς επισκέπτες την τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας.

Τα κατεστραμμένα «Αμπριά» με τις σκουριασμένες λαμαρίνες, τα σαπισμένα ξύλα, τα σκόρπια πυρομαχικά στέκουν σιωπηλά, μακάβρια, πάνω από μισό αιώνα εκεί στη μπαρουτοκαπνισμένη κορυφή, «να πατάτε ελαφρά στο χώμα, η γη είναι ποτισμένη με αίμα » μας εξηγεί ο καφετζής από το Κεράσοβο .

Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής, κάτι πρέπει να πάρουμε μαζί μας σαν ανάμνηση απ’ αυτόν τον τόπο, πέρα από την ομορφιά και τη γαλήνη του. Είναι τα λίγα πυρομαχικά που βρίσκουμε διάσπαρτα, σκουριασμένα, ολοζώντανοι μάρτυρες της μεγάλης συμφοράς και κάτι πρέπει να αφήσουμε, την ευχή να μη δουν ποτέ τους οι επερχόμενες γενιές τέτοιο φονικό.

Επιστροφή στο Κεράσοβο σε ένα από τα πρώτα μαστοροχώρια του Σαραντάπορου. Πλανιέται και εδώ ο θρύλος των Ηπειρωτών μαστόρων, με τα πέτρινα και θολωτά γεφύρια. Αρκεί να σταθείς πέντε λεπτά μπροστά στο γεφύρι της Πουρνιάς για να συνειδητοποιήσεις το φόβο, την προσπάθεια και το κέφι του ανθρώπου μπροστά στη φύση.

Η Κυριακή μας βρίσκει να κινούμαστε κατά μήκος του Σαρανταπόρου με προορισμό τα εγκαταλελειμμένα και έρημα Μαστοροχώρια όχι τα γνωστά και πολύβουα, αλλά αυτά που εγκατέλειψαν ο θεός και οι άνθρωποι. Τι γίνεται, πως είσαι; ρωτάμε τον ηλικιωμένο τσοπάνο φτάνοντας στη Λυκορράχη σε ένα από τα έρημα χωριά. Δε βλέπεται ερείπια, όλοι οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν, κανείς δεν έρχεται εδώ πάνω μας απαντά. Τα λίγα πρόβατα σκορπίζονται στις εγκαταλελειμμένες στράτες του χωριού, μια μελαγχολία απλώνεται παντού καθώς περπατάμε στα σοκάκια του χωριού και στα γκρεμισμένα σπίτια που παραμένουν σαν σκελετωμένοι φύλακες να θυμίζουν πως κάποτε εδώ έσφυζε από ζωή πριν ο πόλεμος ρημάξει τα πάντα.

Επιστροφή στον κεντρικό δρόμο Επταχωρίου – Κόνιτσας και μετά από λίγα χιλιόμετρα στρίβουμε αριστερά στο φιδίσιο ανηφορικό δρόμο για το χωριό Πλαγιά (Ζέρμα η παλιά ονομασία). Σε κάποιο σημείο της ανάβασης αντικρίζουμε απέναντι μας αμφιθεατρικά τοποθετημένα τα ερείπια του χωριού Ζέρμα, το θέαμα είναι εντυπωσιακό, σαν κρεμασμένα στολίδια στέκονται τα κουφάρια από τα παλιά σπίτια γαντζωμένα στην απότομη πλαγιά. Η ομορφιά και η εγκατάλειψη συνυπάρχουν σε μια εκπληκτική αρμονία χρωμάτων. Δίπλα μας η μονή Ζέρμας, ο ναός κοιμήσεως της Θεοτόκου, ένα εκπληκτικό κτίσμα του 16 αιώνα μ. Χ. μια τρίκλιτη βασιλική βυθισμένη από τη μια πλευρά της, εγκαταλελειμμένη με μια πανάθλια ταμπέλα της αρχαιολογικής υπηρεσίας να θυμίζει το όνομα του θαυμάσιου αυτού πολιτιστικού μνημείου. Έντονη είναι η επιθυμία να επισκεφτούμε απέναντι το εγκαταλελειμμένο χωριό. Ακολουθούμε το στενό χωματόδρομο, ένα βαρύ πέπλο έχει σταθεί πάνω μας, δεν αγωνιζόμαστε να το διώξουμε. Απλώς ψάχνουμε, το ψηλαφούμε και προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει αυτό που αντικρίζουμε. Χρόνια τώρα στριφογυρνάμε στην Ελλάδα και όσο ξεστρατίζουμε από το γνωστό τουριστικό τοπίο συναντάμε το τίποτα και την εγκατάλειψη. Βλέπουμε κομμάτια της χώρας να αποδεκατίζονται πληθυσμιακά, ενώ δίπλα τους γίνονται τεράστια έργα, φαρδιοί δρόμοι ασφάλτινοι, όχι χωμάτινοι. Βλέπουμε σχολεία έρημα με σπασμένα τζάμια, ερημωμένες αυλές, κούνιες που στριγκλίζουν νευρικά στο πέρασμα του βοριά. Βλέπουμε εικόνες ερήμωσης, εικόνες χωριών-φαντασμάτων, εικόνες ηλικιωμένων που αποκαμωμένοι από τη ζωή περιμένουν να έρθει ο θάνατος να τους λυτρώσει. Αυτό είναι και το μόνιμο παραπάνω των ανθρώπων της υπαίθρου που βιώνουν καθημερινά την εγκατάλειψη. Και η κρατική μέριμνα; Ποια κρατική μέριμνα και τα ρέστα που παπαγαλίζουν όλοι οι μικρόνοοι. Πως μπορούμε να μιλάμε για πατρίδα όταν μένουν πίσω μας συντρίμμια, όταν καταστρέφονται υπέροχα μνημεία, κληρονομιά γενεών και παρακαταθήκη για μας που υποχρεούμαστε να τα βλέπουμε έρημα και εγκαταλελειμμένα. Όλα ετούτα τα στενάχωρα έρχονται στο μυαλό μας παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής με τις καλύτερες εντυπώσεις, με εικόνες αυθεντικής ηπειρωτικής γης, γνήσιων αρχιτεκτονικών κτισμάτων και απίστευτου φυσικού τοπίου.

Τέτοια, τόση ομορφιά να μη χαθεί καμία φορά

Την φύση αν θέλεις να θαυμάσεις τον Κλέφτη έλα ν’ απολαύσεις

Νίκος Τζουμέρκας (Από το Περιοδικό Κόνιτσα)

Have your say