< <

Ανάβαση στον Κοκκινόλακο

Για άλλα μας προδιέθετε το γλυκό ανοιξιάτικο πρωινό της προηγούμενης Κυριακής. Πιστεύαμε ότι από την κορυφή του Κοκκινόλακου θα απολαμβάναμε τον Αχελώο σε όλο του το μεγαλείο. Ήμασταν βέβαιοι ότι η άγρια ομορφιά της Αργιθεάτικης φύσης θα αποκαλύπτονταν κάτω από τον λαμπερό ήλιο. Σαν να μην ξέραμε ότι εκεί είναι άλλου θεού βασίλειο. Σαν να μη μας μούσκεψαν τόσες φορές οι ανελέητες μπόρες που ξεσπούν στην περιοχή αυτή.

Αμέσως μόλις διαβήκαμε το πέρασμα μεταξύ Τύμπανου και Καράβας (δεν ονομάζεται τυχαία “Διάσελο Αέρας”) ανοίξαμε την πόρτα του χειμώνα. Χιόνι στην άκρη του δρόμου, ομίχλη και ριπές ανέμου που ταρακουνούν τα αυτοκίνητά μας. Και οι πρώτες σταγόνες της βροχής στα τζάμια. Βρίσκουμε καταφύγιο στο καφενείο της Αγορασιάς. Ένας πιτσιρίκος, αγουροξυπνημένος βγαίνει από το διπλανό δωμάτιο για να πυρώσει το κορμάκι του στη ζέστη της ξυλόσομπας. Εικόνες περασμένων εποχών. Αφού πιούμε από ένα ζεστό τσάι ακολουθούμε τη ροή του Αργιθεάτικου ρέματος που σμίγει με αυτό του Ανθηρού, περνάει κάτω από τα πέτρινα γεφύρια του Τριζόλου και του Πετρωτού για να συναντήσει τον Αχελώο που ξεχύνεται ορμητικός μέσα από το περίφημο φαράγγι του, κοντά στο φράγμα της Συκιάς. Απέναντι και στα δεξιά οι Πηγές της Άρτας, αφετηρία της πορείας μας.

Σύμφωνα με τις οδηγίες των ντόπιων ακολουθούμε μονοπάτι μέσα στο δάσος, που θα μας βγάλει στο δρόμο για την κορυφή. Ο Θανάσης προτιμά να επισκεφτεί το ιστορικό μοναστήρι του Σέλτσου.
Όταν βγαίνουμε από το δάσος η ομίχλη είναι τόσο πυκνή που δεν βλέπουμε σε απόσταση μεγαλύτερη των πέντε μέτρων. Έτσι αναγκαζόμαστε να ακολουθήσουμε τον χωματόδρομο που εξυπηρετεί τις ανάγκες της κτηνοτροφίας, αφού οι κορυφές είναι αόρατες. Ο δυνατός, παγωμένος αέρας μας αναγκάζει να φορέσουμε χοντρά μπουφάν, γάντια και σκουφιά.

Μετά από δίωρη πορεία και ενώ αποφασίζουμε να επιστρέψουμε, στιγμιαία τα σύννεφα παραμερίζουν και ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας προβάλλουν οι κορφές, διάτρητες από τη συνεχή τους πάλη με το νερό και τον αέρα. Με μια ανάσα ανεβαίνουμε μέχρι το χιονισμένο διάσελο. Από εδώ η ψηλότερη κορφή απέχει περίπου 20′. Ακουμπισμένοι στο τριγωνομετρικό της περιμένουμε την πρόσκαιρη εμφάνιση του ήλιου για να διακρίνουμε το άγριο φαράγγι του Αχελώου, τα αφρισμένα νερά του ποταμού κοντά στη γκρεμισμένη γέφυρα Κοράκου. Μάταια όμως ο Θανάσης χτυπούσε την καμπάνα του μοναστηριού του Σέλτσου για να μας καθοδηγήσει στο δρόμο της επιστροφής, αφού ο δυνατός αέρας αλλού έστελνε την ηχώ της. Με το μοναστήρι χαμένο στην ομίχλη, επιστρέφουμε από τον ίδιο δρόμο.

Παρά τις προσδοκίες μας για ψητό αρνί και κάθε λογής εδέσματα, η ταβέρνα του χωριού δεν είχε να μας προσφέρει παρά μόνο ομελέτα και τηγανητές πατάτες. Τουλάχιστον η μπύρα ήταν κρύα και απολαυστική.

Have your say