< <

Ανάβαση στην Κίσσα

Κίσσα ή Παναγία. Η βορειότερη απόληξη του Κόζιακα. Ο στόχος της τελευταίας μας ανάβασης. Κυριακή 15/10, πρωινό συννεφιασμένο. Κάποιοι μετάνιωσαν και άλλαξαν πλευρό στο κρεβάτι τους. Η πλειοψηφία, πιστή στο ραντεβού ξεκίνησε για την Κορομηλιά.
Ένας χωματόδρομος μέτριας βατότητας ξεκινά από τη Διάβα και σε 20 λεπτά καταλήγει σε υψόμετρο 1150 μ. Μέσα από την ομίχλη ξεπροβάλλουν τα πρώτα σπίτια της Κορομηλιάς. Χωριό παραθεριστικό, χτισμένο σ’ ένα φρύδι του Κόζιακα, με κάθε ανατολή του ήλιου χαιρετά τα ιερά βράχια των Μετεώρων. Σπίτια ταπεινά, λύσεις ανάγκης των ανθρώπων που ζητούσαν την ανάσα του βουνού, κυρίως Περιβολιωτών.
Μας υποδέχεται ο Θανάσης, που ήρθε από το απόγευμα του Σαββάτου, άνοιξε το σπίτι του και ετοίμασε το μεσημεριανό μας. Ουρές μοσχαρίσιες με μανέστρα, μαγειρεμένο στα ξύλα, μέσα σε πήλινα τσουκάλια.
Η ομίχλη αραιώνει, ώρα να ξεκινήσουμε. Η διαδρομή μας είναι τμήμα του διεθνούς μονοπατιού Ε4 που μετά το Καστράκι περνά μέσα από το χωριό, ανεβαίνει στην Κίσσα και προχωρά προς τη Γλυκομηλιά και την Ελάτη.
Η πυκνή βλάστηση έχει κάνει δύσβατο το αρχικό τμήμα του. Αποφασίζουμε να το ανοίξουμε το καλοκαίρι και να ανανεώσουμε τη σήμανση όλης της διαδρομής.
Βαδίζουμε ο ένας κοντά στον άλλον, γιατί αν κάποιος χαθεί, δύσκολα θα βρει το σωστό δρόμο μέσα σ’ αυτό το δαίδαλο από βράχια, δέντρα και ρέματα. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Κόζιακας είναι ένα από τα πιο δύσκολα βουνά της χώρας.
Τώρα κινούμαστε μέσα σε χαράδρα. Ομίχλη και υγρασία. Τοπίο ονειρικό. Δάσος βγαλμένο από αρχαίο παραμύθι.
Τα φύλλα πέφτουν. Έρχεται ο χειμώνας. Η σιωπή θα σκεπάσει τα δέντρα. Κι όμως, κάτω από τα φύλλα που σαπίζουν, ετοιμάζονται οι σπόροι της καινούργιας ζωής που περίλαμπρη θα αντικρίσει το ανοιξιάτικο φως. Ο θάνατος δεν είναι παρά το πρελούδιο της ανάστασης.
Τα δέντρα αραιώνουν. Βγαίνουμε σ ένα διάσελο. Ανασυγκρότηση. Κάποιες αναλαμπές ενός αόρατου ήλιου. Τα δέντρα ανάβουν τα φύλλα τους σαν πολυέλαιοι. Η δόξα του φθινοπώρου. Από εδώ φαίνεται η κορυφή αχνά μέσα στην ομίχλη. Σε λίγο φτάνουμε κάτω ακριβώς από κάτω της. Θυμάμαι καλά τούτη την πλαγιά. Κάποια άνοιξη μερικά χρόνια πριν, πρώτος ο Βασίλης, αξέχαστος φίλος, έδωσε το σύνθημα για τσουλήθρα (κολοσκί). Ακολούθησε ολόκληρη η ομάδα, με διάθεση μικρών παιδιών. Πόσοι μείναμε από την ομάδα αυτή; Οι περισσότεροι αποχώρησαν. Κάποιοι άλλοι πήραν τις θέσεις τους. Μετράω απουσίες. Από ένα σημείο και μετά, η ζωή είναι πίσω μας.
Τώρα είμαστε στην κορυφή. Περιμένουμε να πέσουν τα σύννεφα. Μάταια. Θολές εικόνες, αποσπάσματα.
Στην επιστροφή, μια ατελείωτη συζήτηση περί γαστριμαργικών απολαύσεων που δεν κατάλαβα πως ξεκίνησε, προδιαθέτει για το γεύμα που μας περιμένει.
Μόλις φτάνουμε στο χωριό, ο Θανάσης αρχίζει τα ταχυδακτυλουργικά του. Στην αυλή του καφενείου εμφανίζονται τρία τσουκάλια φαγητό, μερίδες για 25 άτομα!
Ψωμί, πιάτα, κουτάλια, πιρούνια και ένα μπουκάλι παλιό κρασί! Χρόνια τώρα γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο, αλλά το περίσσευμα καρδιάς που διαθέτει πάντα με ξαφνιάζει.

Have your say