< <

Ανάβαση στην Κίσσα

Η Κίσσα (ή Παναγία) είναι η βορειότερη από τις κορυφές του Κόζιακα. Παρόλο το σχετικά μικρό της ύψος (1652 μ.) είναι από τις πρώτες που σκεπάζεται με χιόνι, λόγω της θέσης της. Μορφολογικά δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες κορυφές του βουνού. Είναι και αυτή έντονα κατακερματισμένη, λόγω των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων και της ασβεστολιθικής της σύστασης. Η περιοχή γύρω της χαρακτηρίζεται από στενά και δύσβατα φαράγγια, με πυκνή έως αδιαπέραστη βλάστηση, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ολόκληρου του βουνού που συχνά αποπροσανατολίζει όσους κινούνται σε αυτό. Αν βέβαια υπάρχει και ομίχλη (αρκετά συνηθισμένη το φθινόπωρο και τον χειμώνα) τα πράγματα δυσκολεύουν σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Με τον πρόλογο αυτόν, θέλουμε να δείξουμε ότι το εγχείρημα της ανάβασης στην Κίσσα δεν είναι πάντα κάτι απλό, ακόμα και για μυημένους ορειβάτες. Ειδικότερα αν επιλέξουν ως αφετηρία όχι τον οικισμό της Κορομηλιάς (υψ. 1100 μ.) αλλά κάποια άλλη, όπως την Γλυκομηλιά (υψ. 620 μ.).

Αυτό ακριβώς κάναμε την περασμένη Κυριακή. Θεωρητικά υπάρχει τμήμα του διεθνούς μονοπατιού Ε4 που συνδέει το χωριό με την κορυφή, αλλά μόνο στα χαρτιά, αφού τα ίχνη του δεν είναι πλέον ορατά. Για τον λόγο αυτόν, προτιμήσαμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο που από το κέντρο του χωριού συνεχίζει με κατεύθυνση ανατολική. Ασφάλτινος στην αρχή, κατεστραμμένος σε πολλά σημεία του λόγω των πρόσφατων αλλά και παλιότερων βροχοπτώσεων. Το νερό ξεθεμελίωσε τοιχία, ξήλωσε το οδόστρωμα στα σημεία που δεν είχαν προβλεφθεί αποστραγγιστικά έργα. Ξεχύνεται σαν ποτάμι στο οδόστρωμα παρασύροντας μικρές και μεγάλες πέτρες, άμμο και λιθάρια. Απίστευτο θέαμα. Λίγο ψηλότερα μετατρέπεται σε χωματόδρομο, με λιγότερα προβλήματα πρόσβασης.

Δεν τον ακολουθούμε σε όλο το μήκος του, αλλά παίρνουμε μονοπάτι που σύντομα μας οδηγεί σε μεγάλο ξέφωτο. Μια μικρή στάση για μερικές ανάσες και συνεχίζουμε ανηφορικά δίπλα σε μεγάλο ρέμα που έσκαψε βαθιά την κοίτη του οργώνοντας τα σπλάχνα του βουνού. Το τρομακτικό μεγαλείο της δύναμης του νερού.

Στο ανώτερο σημείο του συναντάμε νέο μικρό ξέφωτο που χαρακτηρίζεται από την παρουσία δυο κεραιών κινητής τηλεφωνίας. Συνεχίζοντας ψηλότερα, τα πράγματα δυσκολεύουν λόγω του κακοτράχαλου πεδίου και της μεγάλης κλίσης. Οι βρεγμένες πέτρες γλιστρούν κάτω από τα πόδια μας. Είναι απορίας άξιο πως αναπτύσσεται το ελατόδασος στις σχεδόν απογυμνωμένες από χώμα πλαγιές.

Από το υψόμετρο των 1300 μέτρων και πάνω βαδίζουμε ομαλότερα. Πάντα με κατεύθυνση ανατολική και σε γυμνή πλαγιά για λίγο. Σύντομα ξαναμπαίνουμε σε ελατόδασος. Πυκνότατο δάσος, που κρύβει το φως της μέρας.

Βγαίνοντας από αυτό, είμαστε ήδη σε υψόμετρο 1500 μέτρων, απέναντι σε μια προκορφή της Κίσσας. Ανεβαίνουμε ως εκεί και στη συνέχεια στρίβουμε δεξιά για να φτάσουμε επιτέλους στον στόχο μας έπειτα από 3.30΄ ώρες απαιτητικής πορείας.

Μαζευόμαστε γύρω από το τριγωνομετρικό για να ξεκουραστούμε και να απολαύσουμε το τοπίο που απλώνεται κάτω από τα πόδια μας. Μια αίσθηση αεροπλάνου που δίνουν τα σύννεφα καθώς κινούνται χαμηλότερα, πάνω από τη κοίτη του Πηνειού και των παραποτάμων του.

Η επιστροφή μας συνοδεύεται από σύντομη μπόρα που έδωσε τη θέση της σε ήλιο λαμπερό, τονίζοντας μοναδικά τα υπέροχα φθινοπωρινά χρώματα.

Have your say