< <

Άγιο Όρος. Το χρονικό μιας πορείας

Τετάρτη 4/5

Φορτωμένοι με ένα σακίδιο βαρύ, γεμάτο με τα κρίματά μας σύμφωνα με κάποιο μοναχό, ανηφορίζουμε το λιθόστρωτο μονοπάτι που ξεκινά από την Ι. Μ. Γρηγορίου με προορισμό την Ι. Μ. Φιλοθέου. Νωρίς το πρωί και πριν ο ήλιος βάλει φωτιά στις πέτρες και στα φρύγανα. Ανεβαίνουμε και στρίβουμε, κι όλο απομακρύνεται το μοναστήρι που μας φιλοξένησε την προηγούμενη νύχτα, γίνεται ένα με τη θάλασσα που το περιβάλλει. Απέναντί μας η Σιμωνόπετρα, το τολμηρότερο κτίσμα του Όρους, πάνω στο βράχο από τον οποίο δύσκολα ξεχωρίζει. Το λιθόστρωτο είναι σπαρμένο με αμέτρητα πέταλα από μουλάρια που στο πέρασμα των αιώνων δηλώνουν το μόχθο ζώων και ανθρώπων. Εδώ ψηλά έχουν τις καλλιέργειές τους οι μοναχοί του Γρηγορίου. Όταν αποκάνουμε, στον ίσκιο των θάμνων ξαποσταίνουμε ακούγοντας τα αηδόνια. Τόσο κοντά που πιστεύουμε ότι τραγουδούν για μας.

Πλησιάζοντας στο ψηλότερο σημείο της διαδρομής, στα 650 μέτρα από τη θάλασσα, η θάμνοι δίνουν τη θέση τους σε δάσος από έλατα, το μοναδικό που έχουμε δει στον Άθω. Και στη μέση του δάσους, δυο βρύσες με άφθονο νερό που δροσίζει τα ξαναμμένα πρόσωπα και μας ξεδιψά. Περνάμε μπροστά από ένα πριονιστήριο χωρίς να δούμε ίχνος ανθρώπου, και φτάνουμε στην τεχνητή λίμνη από όπου υδρεύεται η Σιμωνόπετρα, ένα πολύ τεχνοκρατούμενο μοναστήρι. Από εδώ συνεχίζουμε σε σκιερό δάσος από καστανιές. Βαδίζουμε πλέον σε αμαξιτό χωματόδρομο. Στο τέλος του δάσους αντικρίζουμε την ανατολική πλευρά του Όρους και το Θρακικό πέλαγος. Μπροστά μας είναι ένας δαίδαλος από μικρούς και μεγάλους χωματόδρομους χωρίς καμιά σήμανση. Μόνη μας βοήθεια ο οδηγός διαδρομών και η εμπειρία από την πολύχρονη περιπλάνησή μας στη χερσόνησο του Άθω. Έχει πλέον μεσημεριάσει και η ζέστη είναι βασανιστική, αφού εδώ η βλάστηση αραιώνει. Μια πινακίδα με ένδειξη Ι. Μ. Φιλοθέου δίνει τέλος στις αμφιβολίες και ξυπνά αναμνήσεις παλιές. Εδώ σταθήκαμε και πριν από επτά χρόνια σε μια μαραθώνια διαδρομή που ξεκίνησε από την Ι.Μ. Αγίου Παύλου και κατέληξε στην Ι. Μ. Σταυρονικήτα. Όλα είναι ίδια και μόνο εμείς αλλάξαμε στο πέρασμα του χρόνου. Και από την παλιά παρέα, μόνο δυο είμαστε ξανά εδώ.

Γνωστή η στράτα τώρα, μας φέρνει στην πύλη του μοναστηριού μετά από συνολική πορεία πέντε ωρών. Σε τούτο το σιωπηλό, αυστηρό μοναστήρι, η φιλοξενία περισσεύει. Τσίπουρο, λουκούμι και δροσερό νερό, λίγη κουβέντα με τον αρχοντάρη και η πορεία συνεχίζεται για την Ι. Μ. Καρακάλλου. Σε μονοπάτι βαθύσκιωτο, που επιβάλλει τη σιωπή των ανθρώπων. Εδώ μιλάνε τα πουλιά, τα ρέματα, η χλόη. Μετά από τρία τέταρτα εύκολης κατηφορικής πορείας αντικρίζουμε τον πύργο του μοναστηριού. Μπροστά οι φροντισμένοι κήποι και πίσω αστράφτει η θάλασσα. Σ’ αυτό θα μείνουμε το βράδυ. Που είναι σύντομο αφού από τις τέσσερις τα ξημερώματα χαλάει ο κόσμος από τα σήμαντρα που ίσως ακούγονται μέχρι τον Άθω! Οι καμπάνες στο Όρος είναι σαν μουσικό όργανο και η τεχνική τους διδάσκεται, όπως η ψαλτική.

Πέμπτη 5/5

Μετά το πλούσιο γεύμα (στις οκτώ το πρωί) παίρνουμε το μονοπάτι για τον παραθαλάσσιο δρόμο Ιβήρων – Λαύρας. Σύννεφο η σκόνη όταν περνάει κάποιο αυτοκίνητο. Είναι ο πιο πολυσύχναστος δρόμος από τα κάθε λογής οχήματα που μεταφέρουν μοναχούς και επισκέπτες, αλλά και από μεγάλα αυτοκίνητα που κουβαλούν υλικά για τις εκτεταμένες επισκευές των οικοδομημάτων. Δίπλα στη θάλασσα, κτίσματα πολλά: ο αρσανάς του Καρακάλλου με τον θεόρατο πύργο, στις επάλξεις του οποίου καμαρώνουν οι γλάροι. Ο αρσανάς της Φιλοθέου με τα ερειπωμένα κτίρια και τις νέες αποθήκες. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο, ένα τραπέζι στρωμένο. Όλα δηλώνουν την ανθρώπινη παρουσία, αλλά άνθρωπος πουθενά. Στον Μυλοπόταμο, τόπο παραγωγής εκλεκτού κρασιού, ταράζουμε την ησυχία δυο Αλβανών εργατών. Ο πατέρας Επιφάνιος απουσιάζει.

Ζυγώνουμε στη μονή Ιβήρων. Το τεράστιο, περίκλειστο από τη θάλασσα μοναστήρι με τη μνημειακή αρχιτεκτονική και τους απέραντους λαχανόκηπους τριγύρω του. Η πατίνα του χρόνου αποτυπώνεται στα τοιχώματά του. Η ξεπλυμένη ώχρα δένει αρμονικά με τη σκουριά και το λουλάκι. Ποιος θα αποτολμήσει να ξύσει την ιστορία από αυτούς τους τοίχους στις εργασίες αποκατάστασης του μοναστηριού;

Συνεχίζουμε παραλιακά για την Ι. Μ. Σταυρονικήτα. Περνάμε τον αρσανά του Κουτλουμουσίου και ανηφορίζουμε στα βράχια, ψηλά πάνω από τη θάλασσα. Εδώ οι θάμνοι οργιάζουν φτιάχνοντας ένα τούνελ που μας προστατεύει από τον ήλιο και τη ζέστη. Φτάνοντας στο μικρότερο μοναστήρι του Αγίου Όρους, ανακαλύπτουμε ξανά την ιδιαίτερη ομορφιά του. Τον πύργο που καθρεφτίζεται στα νερά της δεξαμενής, το λεπτό άρωμα του πορτοκαλεώνα, την ηρεμία του τοπίου. Δίπλα στην είσοδο, ο ίδιος πάντα αυστηρός και λιγομίλητος αρχοντάρης.

Από εδώ η Ι. Μ. Παντοκράτωρα απέχει άλλη μια ώρα. Το αρχαίο λιθόστρωτο μονοπάτι στριφογυρίζει μέσα στις σκιές των θάμνων. Πολλές διακλαδώσεις οδηγούν σε καλύβες, έρημες συνήθως. Η βλάστηση πυκνή και αδιαπέραστη, φτάνει μέχρι τη θάλασσα. Καταμεσήμερο, εξαντλημένοι από τη μακριά πορεία φτάνουμε στο μοναστήρι. Το ζεστό μπάνιο (κάτι που δύσκολα βρίσκεται στο Όρος) είναι μια πραγματική ευλογία. Όπως και η θέα προς τον Άθω και το Θρακικό πέλαγος από το κιόσκι του περιβόλου, στο τέλος μιας μεγάλης μέρας.

Παρασκευή 6/6

Φτάνουμε στις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους. Μια κεντρική πλατεία και γύρω κάποια μπακάλικα, ένα καφενείο, οι υπηρεσίες της διοίκησης. Ο ναός του Πρωτάτου και η εικόνα του «Αξιον Εστί». Στο χώρο επιβάλλεται η σκήτη του Αγίου Ανδρέα (Σεράι) με τον όγκο και τη μπαρόκ αρχιτεκτονική. Με έντονα τα ίχνη του χρόνου και της εγκατάλειψης. Δίπλα στις Καρυές ανακαινισμένη και ιδιαίτερα φροντισμένη η Ι. Μ. Κουτλουμουσίου, ο τελευταίος μας σταθμός. Από εδώ επιχειρούμε την κάθοδο στον Ιβηρίτικο λάκκο, μια μαγευτική διαδρομή μέσα σε πυκνά δέντρα, ρέματα και πέτρινα γεφύρια που καταλήγει τη μονή Ιβήρων. Είναι ένα από τα ομορφότερα μονοπάτια και χρησιμοποιείται πολύ συχνά από τους πεζοπόρους.

Σάββατο 7/6

Μέρα επιστροφής. Ομίχλη και βροχή στις Καρυές. Τα ταραγμένα νερά του Συγγιτικού κλυδωνίζουν το μικρό μας φέρυ μπότ. Είναι μια επιστροφή διαφορετική.

Have your say